Παρασκευή 4 Ιουλίου 2014

ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΔΟΥΛΕΜΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ


Περιχαρείς, Πρόεδρος Αναστασιάδης και Υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης ανακοίνωσαν πρόσφατα στο κυπριακό λαό ότι η Κύπρος βγήκε στις αγορές νωρίτερα απ’ ότι υπολόγιζαν και δανείστηκε 750εκ. με επιτόκιο 4.75%, επιστράτευσαν δε επικεινωνιολόγους και παπαγαλάκια για να το διαφημίσουν ανάλογα, παρουσιάζοντας την εξέλιξη αυτή ως έκφραση εμπιστοσύνης των ξένων επενδυτών στην κυπριακή οικονομία. Λίγες μέρες πριν από τον δανεισμό των 750.εκ. δανείσθηκαν, όχι από τις αγορές με ανοικτές διαδικασίες αλλά με αδιαφανή τρόπο (private placement ), άλλα 100.εκ. πληρώνοντας μάλιστα ένα αρκετά ψηλό επιτόκιο 6.25% και παρά τις έντονες επικρίσεις που δέχθηκαν δεν έδωσαν επαρκείς λεπτομέρειες και στοιχεία για τις πηγές και τους όρους αυτού του δανεισμού. Αυτά τα ποσά χρειάζονται άμεσα για να κλείσουν ‘’τρύπες’’ όπως εξήγησαν της αμαρτωλής διακυβέρνησης Χριστόφια
Στις αγορές βγήκαμε, στις υπεραγορές όμως πότε θα πάμε να ψωνίσουμε μια που σε κάθε σπίτι οι μισοί είναι άνεργοι; 17 μήνες μετά την ανάληψη της εξουσίας από το Πρόεδρο Αναστασιάδη στη πραγματική οικονομία δεν ‘’κουνιέται φύλλο’’, οι τράπεζες δεν δανείζουν και αν δανείζουν γδέρνουν με απίστευτα ψηλά επιτόκια και η κυβέρνηση αναμένει ανάπτυξη της οικονομίας μέσα από αυτές τις συνθήκες. Τώρα, πώς θα μπορέσει μια χρεοκοπημένη οικονομία να παράξει στο μέλλον και να αποπληρώσει τους δανειστές της  δεν μας εξηγά η κυβέρνηση. Το πλέον σίγουρο είναι ότι οι δανειστές μας δεν θα χάσουν τα λεφτά τους μια που και χαλίτικη γη υπάρχει αλλά και φυσικό αέριο θα υπάρξει. Κυβέρνηση και Βουλή προχώρησαν με νομοθετική ρύθμιση στην δραστική μείωση του καταθετικού επιτοκίου το οποίο μετά και την αφαίρεση της φορολογίας για την άμυνα 30% δεν ξεπερνά το 1.80% και άφησαν στο έλεος των τραπεζιτών το χρεωστικό επιτόκιο που ξεπερνά σε πολλές περιπτώσεις το 10%. Όσον αφορά την ασυδοσία των τραπεζιτών στις αναδιαρθρώσεις δανείων και των καταχρηστικών και παράνομων χρεώσεων, εκεί να δεις τι πάρτι γίνεται!! Η κυβέρνηση Αναστασιάδη απέδειξε ότι ούτε σχέδιο έχει για την οικονομία άλλα ούτε και είναι σε θέση να τιθασεύσει το αμαρτωλό τραπεζικό κατεστημένο και να επαναδιαπραγματευτεί με τους ξένους δανειστές μας τους πολύ άδικους όρους του Μνημονίου.

Οι πολίτες χάνουν καθημερινά την δουλειά τους, οι νέοι και μορφωμένοι πολίτες μεταναστεύουν και ο Νίκος Αναστασιάδης, ‘’ο ηγέτης της κρίσης’’,  που από οικονομικά δεν γάιζε ποτέ αυτολιβανίζεται και δεν θέλει να παραδεχθεί ότι απέτυχε να μας βγάλει από τα τραγικά αδιέξοδα που μας έχει οδηγήσει αυτός και ο φίλος του ο ανεκδιήγητος Δημήτρης Χριστόφιας με το κούρεμα καταθέσεων και την καταστροφή του τραπεζικού συστήματος. Αν κάποιοι έπρεπε να κάτσουν πρώτοι στο σκαμνί της δικαιοσύνης είναι ο Δημήτρης Χριστόφιας για το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων και την ‘’διάσωση’’ της Λαϊκής Τράπεζας και ο Νίκος Αναστασιάδης για το κούρεμα των καταθέσεων και το ξεπούλημα των υποκαταστημάτων των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα στη Τράπεζα Πειραιώς, ενέργειες που έχουν δώσει την χαριστική βολή στην οικονομία μας

Όπως έχω παλαιότερα αναφέρει, ο ιδιωτικός δανεισμός στην Κύπρο σαν ποσοστό επί του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ), είναι από τους ψηλότερους, αν ο όχι ο ψηλότερος στον κόσμο. Υπάλληλοι τραπεζών μου έχουν αναφέρει ότι μέχρι και το έτος 2009 υποχρεώνοντο από τους προϊσταμένους τους να τηλεφωνούν σε γνωστούς και φίλους και να τους παροτρύνουν να πάρουν δάνεια, και όλα αυτά με τις ευλογίες της Κεντρικής Τράπεζας, της Κυβέρνησης και των πολιτικών οι οποίοι παρέμεναν ύποπτοι θεατές για την τρέλα που εξελισσόταν. Σήμερα όλοι αυτοί οι άθλιοι συντελεστές της καταστροφής τρέχουν να σώσουν τις τράπεζες σε βάρος των πολιτών, αλλά δύσκολα θα το πετύχουν, μια που ακόμη και αυτοί που μπορούν να πληρώνουν τις δόσεις των δανείων τους δεν το κάνουν γιατί αισθάνονται κορόιδα.

Και ενώ όλα τα πιο πάνω συμβαίνουν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης συνεχίζει το δούλεμα, που ίσως είναι το μόνο που είναι ικανός να κάνει, εκφράζοντας την δήθεν δυσαρέσκεια του ότι η διαδικασία για τιμωρία των ενόχων της καταστροφής δεν προχωρά όσο ο ίδιος επιθυμούσε. Οι διορισθέντες από τον ίδιο, Γενικός και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, απλοί και βολεμένοι θεατές, εκλαμβάνουν την δήλωση του Προέδρου ως μομφή εναντίον τους και με τη σειρά τους ρίχνουν το φταίξιμο στην αστυνομία που δεν προχωρά τις δήθεν ανακρίσεις. Οι ξένοι εμπειρογνώμονες που έχει ήδη μετακαλέσει ο Πρόεδρος και τους οποίους θα αδροπληρώνουμε σπάνε πλάκα για την κατάντια μας, μια που για κάνουν την δουλειά τους χρειάζονται, όπως έχουν δηλώσει από την αρχή, ειδικά λογισμικά προγράμματα αξίας περίπου €300.000,  τα οποία παρά τις διαβεβαιώσεις Αναστασιάδης δεν έχουν ακόμη αγορασθεί.

Το δούλεμα της δήθεν τιμωρίας των ενόχων μου θυμίζει το δούλεμα που έγινε με το έγκλημα του Χρηματιστηρίου το 1999-2000 όπου Νίκος Αναστασιάδης και άλλοι πολιτικοί και τραπεζίτες έδρασαν και καταλήστευσαν τις οικονομίες του λαού, χωρίς όπως αναμενόταν να τιμωρηθούν. Όπως και τότε έτσι και τώρα κανείς δεν θα τιμωρηθεί γιατί απλά το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι και το κεφάλι είναι ένας εκ των κατ’ εξοχήν εκπρόσωπων και εκφραστών του παλαιοκομματισμού και της διεφθαρμένης κομματοκρατίας, ο Πρόεδρος Νίκος Χρύσανθου Αναστασιάδης. Ένας άνθρωπος  με τα γνωστά βαρίδια και εξαρτήσεις που όσο και αν κάνει ότι θυμώνει δεν πείθει κανένα νοήμον πολίτη ότι αυτά που λεει τα εννοεί και σίγουρα υπό την ηγεσία του δεν είναι δυνατόν να υπάρξει κάθαρση. Κατηγορούν, όχι άδικα τον Ανδρέα Βγενόπουλο, πρώην αφεντικό της Λαϊκής Τράπεζας για το ρόλο που έπαιξε στη πτώχευση της Λαϊκής Τράπεζας, αλλά αυτός από την μεριά του, με μεγάλο θράσος τους ειρωνεύεται και τους αποκαλεί ‘’μικρά ανθρωπάκια με μεγάλη γλώσσα’’ προφανώς γιατί τους έχει λαδώσει και τους έχει στο χέρι.

Πραξικόπημα και εισβολή 1974, Φιάσκο των πυραύλων S300 1998, Χρηματιστήριο 1999, αεροπορικό δυστύχημα της Ήλιος 2004, Φονική έκρηξη στο Μαρί 2011, πτώχευση της Κύπρου 2013, είδε κανείς να τιμωρείται έστω και ένας για τα πιο πάνω εγκλήματα; Η πεμπτουσία ενός Δημοκρατικού κράτους είναι η Δικαιοσύνη η οποία δυστυχώς στην Κύπρο έχει καταντήσει σαν τον ιστό της αράχνης στην οποία πιάνονται μόνο τα μικρά ζωύφια και όχι μεγάλα ανθρωπόμορφα κτήνη. Έχουν δυστυχώς μετατρέψει οι άθλιοι την Κύπρο σε ένα κράτος μπανανία, σ’ενα ψευδοκράτους του νότου.

Ο κύπριος έμεινε άνεργος, του κούρεψαν τις καταθέσεις του και παρά το γεγονός ότι είναι θερμόαιμος, παραδόξως δεν αντέδρασε. Για τον Κύπριο, όμως η οικογένεια του είναι κάτι το ιερό. Όταν σύντομα ο δικαστικός κλητήρας θα του κτυπά την πόρτα του για να του επιδώσει το πωλητήριο δικαστικό διάταγμα για το σπίτι του, τότε αναπόφευκτα φοβάμαι θα πέσουν οι πρώτες τουφεκιές. Αν και το απεύχομαι, αν είναι να γίνει κάτι τέτοιο, ας πέσουν οι πρώτες αυτές τουφεκιές όχι στον κακόμοιρο τον δικαστικό κλητήρα, αλλά να πέσουν πάνω στους γνωστούς ενόχους που μας οδήγησαν σε αυτό το απίστευτο χάλι. Οι πολίτες γνωρίζουν ποίοι είναι οι ένοχοι, όπως γνωρίζουν επίσης ότι δικαιοσύνη δεν πρόκειται να αποδοθεί ποτέ. Μέσα στην απελπισία του ο πολίτης είναι σίγουρο ότι θα αποτελέσει άμεση απειλή για αυτούς τους ελεεινούς πολιτικούς, δικαστικούς, τραπεζίτες εκδότες και καναλλάρχες που τον εμπαίζουν . Όλοι αυτοί οι άθλιοι πρωταγωνιστές κατάστρεψαν τα πάντα για το προσωπικό τους συμφέρον. Μόνο ανήθικοι και θρασύδειλοι θα μπορούσαν να φερθούν με αυτόν τον τρόπο, και σαν τέτοιοι που είναι, αν ο λαός καταστεί πραγματική απειλή για αυτούς θα το βάλουν στα πόδια για να γλιτώσουν για να απολαύσουν τα κλεμμένα. Μόνο ίσως έτσι θα απαλλαγούμε από αυτά τα κτήνη και θα ελπίσουμε σε ένα καλύτερο μέλλον

Όμηρος Αλεξάνδρου


Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Ο «ΕΚΛΕΚΤΟΣ» ΤΩΝ ΣΙΩΝΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟ «ΑΠΟΛΕΣΘΕΝ ΠΟΙΜΝΙΟ»



Για τρίτη φορά μέσα σε ένα χρόνο περίπου, ο πρωθυπουργός αυτής της χώρας πήγε και μίλησε με κολακευτικά λόγια στο παγκόσμιο Ισραηλιτικό Συμβούλιο, επιβεβαιώνοντας ότι είναι το «εκλεκτό» παιδί του Σιωνισμού, αποσπώντας τα εύσημα για την αφοσίωση του στα παγκόσμια σιωνιστικά, (νεοταξικά) ιδανικά. Ουδέποτε άλλη φορά στην σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, Έλληνας πρωθυπουργός παρουσιάστηκε τόσες πολλές φορές σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα στο παγκόσμιο Ισραηλίτικο Συμβούλιο, που είναι και το προπύργιο του διεθνούς Σιωνισμού, δίνοντας εξετάσεις για το μεγάλο του έργο στην υπηρεσία της Νέας Τάξης, (όταν λέμε Σιωνισμό, δεν εννοούμε τους απανταχού Εβραίους όπως κάποιοι «καλοθελητές» μας προσάπτουν επίτηδες).
Ο «εκλεκτός» αυτός του Σιωνισμού, που από την δεκαετία του ενενήντα είναι επίλεκτο μέλος της λέσχης Μπίλντεμπεργκ, (βλέπε Τάσος Δαρβέρης, «Η Λέσχη Μπίλντεμπεργκ», Εκδόσεις Στερέωμα, Θεσσαλονίκη 1994 ), υπακούοντας στις εντολές των πατρώνων του, διέθεσε το κόσμημα των ολυμπιακών αγώνων του 2004, το ΟΑΚΑ, που έγινε με τα ίδια μας τα χρήματα των φορολογουμένων, πρώτα για την σύναξη των ιεχωβάδων και στη συνέχεια για τους μουσουλμάνους, που έχουν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια με αυθαίρετη εισβολή την ελληνική πρωτεύουσα. Μεθαύριο να μην εκπλαγούμε όταν το ΟΑΚΑ θα παραχωρηθεί για τις «ιεροτελεστίες» των πάσης φύσεως gay και άλλων «προοδευτικών» μορφωμάτων, γιατί το απαιτεί ο διεθνής Σιωνισμός και η Ευρωπαϊκή Ένωση των τοκογλύφων και των άθεων διεθνών απατεώνων.
Αλλά το θλιβερό δεν είναι τόσο αυτό, (άλλωστε κάνει πολύ καλά το «έργο» του), όσο ότι αυτόν τον πρωθυπουργό, (τον οποίο πολλοί τον απαλλάσσουν με εύστοχο τρόπο λόγω …ανίας), που εμφανίστηκε σαν ο πιο θεοσεβής πρωθυπουργός, τον στήριξε μεγάλο μέρος του θρησκευτικού ποιμνίου καθοδηγούμενο από τους ίδιους τους ιεράρχες του. Είναι αυτοί που τον ξαναψήφισαν στις τελευταίες εκλογές και του έδωσαν την δυνατότητα να συνεχίσει το «θεάρεστο» έργο του της καταστροφής του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Είναι αλησμόνητες οι στιγμές της υποδοχής του από τους εκπρόσωπους του Αγίου Όρους που τον υποδέχτηκαν την προεκλογική περίοδο, εν μέσω των πολυπληθών καμερών των εθνοκτόνων καναλιών, ούτε λίγο ούτε πολύ σαν τον μεγάλο ευεργέτη του έθνους και της Ορθοδοξίας. Ιδού μερικά μονό από τα επιτεύγματα του «θεοσεβή» πολιτικού, που έκανε τα πάντα για την άγρα ορθόδοξων ψήφων στις τελευταίες εκλογές. Ψήφιση νομοσχεδίου στο ευρωκοινοβούλιο για την ανάδειξη της ομοφυλοφιλίας, νομοί διάλυσης της οικογένειας και του γάμου, κατάργηση Κυριακής αργίας, ίδρυση τμήματος ισλαμικών σπουδών, μετατροπή των θρησκευτικών σε θρησκειολογία, κατάργηση θρησκευτικών αργιών στη δημόσια εκπαίδευση, ευτελισμός των μυστηρίων της βαπτίσεως και του γάμου Και έπεται συνέχεια με το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, το νομοσχέδιο της καύσης των νεκρών με την απαίτηση, (ακουστέ το εξωφρενικό!!!) να… ευλογούν οι ιερείς αυτή την καύση, την νομιμοποίηση του γάμου των ομοφυλοφίλων και τέλος το γενικό ξεπούλημα όλων των εθνικών μας θεμάτων υπό τις ευλογίες του ευσεβούς, (απολεσθέντος) ποιμνίου.
Πως μπορεί αυτό το ποίμνιο να αποβάλει τους υποκριτές, «φαρισαίους» και «κόλακες» για να σώσει την πατρίδα από τους καταστροφείς της, από αυτούς που εχθρεύονται κάθε τι το ελληνικό και ορθόδοξο, από τους Νεοταξικούς που κατάκλυσαν και κατακυρίευσαν τις αρχές του τόπου ; Έχει την μεγάλη δύναμη αλλά δεν έχει να την ηγεσία. Η επίσημη ιεραρχία είναι στο, «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε» και στο «προσεύχεστε και.. κάνετε τα στραβά μάτια στην καταστροφή του τόπου» και ακόμα χειρότερα έμμεσα αλλά σαφώς, στηρίξτε τους νεοταξικούς καταστροφείς του τόπου. Ποιοι φωτισμένοι ιεράρχες, και υπάρχουν τέτοιοι, θα σηκώσουν ξανά το λάβαρο της αντίστασης για να αποφευχθεί η τελική καταστροφή και η εξαφάνιση του ελληνισμού ; Αρκετά σιώπησαν. Καιρός να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Φωτεινά παραδείγματα υπάρχουν δόξα το Θεό πάρα πολλά στην ιστορία μας. Ο άγιος γέροντας Παΐσιος εύχονταν, «να αναστήσει ο Θεός Μακκαβαίους»!
Ο χρόνος είναι εναντίον μας και η τελική καταστροφή επέρχεται γοργά. Η φωτιά της νεοταξικης αλλά και της τζιχαντιστικής λαίλαπας άρχισε και μας τσουρουφλίζει επικίνδυνα, (ήδη οι Τζιχαντιστές απλώθηκαν και στον Λίβανο), η εξ ανατολών «σύμμαχοι» μας καραδοκούν για το «μοιραίο» χτύπημα και εμείς συνεχίζουμε να ευλογούμε την καταστροφή μας και τους πρωτεργάτες της. Ως πότε ;;;
ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας-Τουρκολόγος

 
Ελλάδα - Η ώρα της σύγκρουσης πλησιάζει…



Το δεύτερο εξάμηνο του 2014 ίσως να αποδειχτεί η κρίσιμη περίοδος αποκάλυψης της αποτυχίας καθώς πληθαίνουν οι ενδείξεις για την πιθανότητα κατάρρευσης των εσόδων. Οι ασφαλιστικές εισφορές έχουν καταρρεύσει ήδη και καλά θα κάνουν οι αρμόδιοι που δεν λαμβάνουν μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος να σκέφτονται πως πολύ σύντομα ενδέχεται να του ζητηθούν ευθύνες απόκρυψης της κατάστασης…

Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2014 οι φορολογούμενοι θα κληθούν να πληρώσουν περί τα 6 δισ. Ευρώ που αθροίζουν έξι διαφορετικοί φόροι.

Μέχρι τώρα έχουμε πάνω 2,6 εκατ. φορολογούμενους να χρωστάνε περί τα 65 δισ. Ευρώ. Το ερώτημα είναι στο τέλος του χρόνου κατά πόσο θα ξεπεραστεί ο αριθμός των 3 εκατ. φορολογουμένων με ληξιπρόθεσμες οφειλές και το άθροισμα των 70 δισ. Ευρώ ανεξόφλητων οφειλών;

Με μαθηματική ακρίβεια συνεχίζουμε να βυθιζόμαστε, χωρίς να λάβουμε υπόψη την πτώση των εξαγωγών, παρά την μείωση του εργατικού κόστους.

Στο τέλος του 2012 ο αριθμός όσων χρωστούσαν στην εφορία ληξιπρόθεσμες οφειλές ήταν 1,274 εκατ. φορολογούμενοι και τον Ιανουάριο του 2014 είχαν φτάσει τα 2,653 εκατ. φορολογούμενοι.

Η υπέρβαση του αριθμού των 3 εκατ. φορολογουμένων με ληξιπρόθεσμες οφειλές αποτελεί συμβολικό μέγεθος, καθώς για πρώτη φορά οι έχοντες ληξιπρόθεσμες θα υπερβούν το 50% του συνόλου των φορολογουμένων που υπολογίζονται στα 5,8 εκατ.

Οι εξαγωγές συνεχίζουν να διαλύονται ενώ ο μόνος τομέας που κρατά όρθια τη χώρα, εκτός των δανειστών, είναι η ευμετάβλητη τουριστική κίνηση, χάρη σε μια ευνοϊκή διεθνή συγκυρία( Αναταραχή στη Μέση Ανατολή, υψηλά έσοδα από πετρέλαιο στη Ρωσία, διεθνής «φούσκα» ρευστότητας…).

Τα μνημόνια τελείωσαν μαζί με τις δόσεις και οι φορολογούμενοι εξαντλήθηκαν, αν κρίνει κάποιος από τον τρόπο που αυξάνονται οι ανεξόφλητες οφειλές προς το δημόσιο.

Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ προς το παρόν αρνούνται να δουν την πραγματικότητα του αδιεξόδου που συνθέτουν το υψηλό κόστος της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών στην οικονομία.

Αναλώνουν το χρόνο τους στην εφεύρεση πολιτικών για το πως θα εισπράξουν, ό,τι έχει απομείνει στο υστέρημα των καταθετών με απειλές κατασχέσεων λογαριασμών και ακινήτων, καθώς οι κύριες δυνάμεις του πολιτικού συστήματος είναι παγιδευμένες στην αντίληψη λεφτά υπάρχουν.

Όταν καταλάβουν πως λεφτά δεν υπάρχουν και πως το ζητούμενο είναι πως θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις συσσώρευσης καταθέσεων, τότε θα αρχίσει να φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ.

Μετά τη χρεοκοπία το πολιτικό σύστημα επέλεξε να κερδίσει χρόνο εξασφαλίζοντας του απαραίτητους πόρους με δύο τρόπους. Ο ένας είναι η εξασφάλιση των δόσεων της τρόικα υποδυόμενο πως κάνει μεταρρυθμίσεις. Και ο άλλος η αφαίμαξη των καταθέσεων μέσω της φορολογίας και η αναδιανομή τους χωρίς κριτήρια στο πελατειακό σύστημα.

Αμφότερα, το 2014 φαίνεται να φτάνουν στο τέλος τους.

Τα πολιτικά κόμματα που φέρουν τη ευθύνη της χρεοκοπίας αντί να επιλέξουν την φυγή προς τα εμπρός, για άλλη μια φορά επιλέγουν εξάντληση των εναπομεινάντων πόρων μέσω της ακινησίας.

Το πολιτικό αδιέξοδο όμως τώρα είναι φανερό για το σύνολο του πολιτικού κόσμου, καθώς καταρρέει και μύθος της εναλλακτικής πρότασης που αποτελούσε ο ΣΥΡΙΖΑ. Η αδυναμία να εμφανίσει αύξηση των δυνάμεων στις τελευταίες εκλογές έχει στείλει το μήνυμα του αδιεξόδου στις αντιφατικές δυνάμεις που τον αποτελούν και οι κραδασμοί στο εσωτερικό του είναι ήδη πολύ ισχυροί.

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο φαίνεται πως επέλεξαν την «αυτοκτονία» αντί της φυγής προς τα εμπρός. Αντί της επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων επέλεξαν να ανταμείψουν το υπεύθυνο των Greek statistics με μια αργομισθία και το ζήτημα των τιμών που δεν πέφτουν παρά τη ύφεση το ανέθεσαν στο κ. Γιακουμάτο να το αντιμετωπίσει δια της μεθόδου της «βασκανίας» στα τηλεοπτικά παράθυρα…

Η χώρα πλησιάζει σε κρίσιμη καμπή σύγκρουσης με την πραγματικότητα και οι πιθανές πρόωρες εκλογές ενδεχομένως να κρύβουν εκπλήξεις προς όλες τις κατευθύνσεις.

Κατ΄ αυτήν τη έννοια το ρίσκο τους επόμενους μήνες για την Ελλάδα θα αυξηθεί υπέρμετρα και πάλι.
Υπό το πρίσμα αυτών των εξελίξεων θα πρέπει να δώσουμε μεγαλύτερη προσοχή στη τελευταία έκθεση της S&P για τις ελληνικές τράπεζες.

Όπου οίκος τοποθέτησε τις ελληνικές τράπεζες στην υψηλότερη κατηγορία ρίσκου, στο πλαίσιο της αξιολόγησης για τον κίνδυνο του τραπεζικού συστήματος (BICRA).

Ο οίκος χρησιμοποιεί ένα σύστημα από το 1 μέχρι το 10 με το 1 να αντιπροσωπεύει το χαμηλότερο ρίσκο. Άλλες χώρες στην ομάδα 10 είναι η Αίγυπτος και η Λευκορωσία, σημειώνει στην ανάλυση του ο οίκος. 

 

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

ΦΑΓΑΝΕ 7,5 ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΥΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ

 

Ενημέρωση για την σημερινή δίκη πολιτικής ανυπακοής - Η τέταρτη φορά του «ανυπάκουου» δικηγόρου”

Ιούλιος 01, 2014
Για τέταρτη φορά παρουσιάστηκε σήμερα (1.7.2014) στο επαρχιακό δικαστήριο Λευκωσίας, ο δικηγόρος και πολιτικός ακτιβιστής Μιχάλης Παρασκευάς, κατηγορούμενος ότι ως αυτοτελώς εργαζόμενος, δεν πλήρωσε τις εισφορές του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενα ρεπορτάζ μας για το θέμα αυτό, πρόκειται για πράξη πολιτικής ανυπακοής, εκ μέρους του 37χρονου δικηγόρου, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για ενδεχόμενη διαγραφή των οφειλών του κράτους προς το Ταμείο, που ανέρχονται στο ποσό των 7,5 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Στοχευμένη πολιτική ανυπακοή
Η πολιτική ανυπακοή του κ. Παρασκευά, στοχεύει επίσης, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, «στην ανάδειξη της διαχρονικής κακοδιαχείρισης των χρημάτων του ΤΚΑ, όπως αυτό διαπιστώνεται ξεκάθαρα σε σειρά ετήσιων εκθέσεων της Γενικής Ελέγκτριας, η οποία κάνει λόγο για “διευθετήσεις” που δεν είναι προς το συμφέρον του Ταμείου». Επίσης, η ενέργειά του αυτή, έχει αίτημά της, όπως το καθορίζει ο ίδιος, «τον κοινωνικό έλεγχο και αυτοδιαχείριση του ΤΚΑ, καθότι το αποθεματικό του ύψους 7.5 δις, διαχρονικά κατασπαταλήθηκε από το κράτος, κατά παράβαση του άρθρου 9 του Συντάγματος».
Επόμενη δικάσιμος, τον Νοέμβρη 2014
Να σημειώσουμε ότι κατά τη σημερινή, ολιγόλεπτη διαδικασία και μετά από σχετική ερώτηση της δικαστή Χριστιάνας Παρπόττα, ο Μιχάλης Παρασκευάς δεν παραδέχτηκε ενοχή στην κατηγορία που αφορά παράλειψη καταβολής εισφορών για την περίοδο από 1.10.2012 μέχρι 6.1.2013 ως αυτοτελώς εργαζόμενο πρόσωπο, με αποτέλεσμα η δικαστής να ορίσει ως επόμενη δικάσιμο για ακρόαση της υπόθεσης, την 14η Νοεμβρίου 2014.
Υπενθυμίζουμε ότι η έναρξη της δίκης του «ανυπάκουου» δικηγόρου, έγινε στις 13 Μαρτίου 2014, ενώ συνεχίστηκε στις 10 Απριλίου 2014 και στις 12 Μαϊου 2014. Ο Μιχάλης Παρασκευάς, αξιοποιεί τη δίκη του, προσπαθώντας να διευρύνει σε μαζικό κίνημα την πολιτική ανυπακοή του και την ενέργειά του να μην καταβάλλει τις εισφορές του στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ήδη, συστάθηκε 11μελής προσωρινή επιτροπή για την Πρωτοβουλία Κοινωνικού Ελέγχου και Αυτοδιαχείρισης του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που οργανώνει ενημερωτικές συναντήσεις ενδιαφερομένων πολιτών σε όλες τις πόλεις.
«Έχει τα κότσια να τα βάλει με το σύστημα»
Σήμερα, όπως και τις προηγούμενες φορές που ο Μιχάλης Παρασκευάς παρουσιάστηκε στο δικαστήριο, δεκάδες συμπολίτες μας από την πόλη και επαρχία Λευκωσίας, αλλά και από τη Λεμεσό, κατέφθασαν στον χώρο του δικαστηρίου και παρακολούθησαν από την αίθουσα του δικαστηρίου, την εξέλιξη της υπόθεσής του. Ο Γρηγόρης Σολωμού από τον Μαθιάτη, δήλωσε στο Sigmalive ότι «υπάρχει επιτακτική αναγκαιότητα για κοινωνικό έλεγχο και διαχείριση του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Εξέφρασε δε την πεποίθηση, ότι «η προσπάθεια που καταβάλλει ο Μιχάλης Παρασκευάς, θα αποκαλύψει την κακοδιαχείριση που γινόταν στο ΤΚΑ και την πιθανότητα να μην πάρουν εκείνο που δικαιούνται από το Ταμείο, οι ευπαθείς ομάδες, δηλαδή εμείς οι εργαζόμενοι». Εξάλλου, ο Γιάννος Φλουρής από τη Λευκωσία, ανέφερε ότι «προσήλθε στο δικαστήριο μαζί με ομάδα δανειοληπτών που έχουν προβλήματα με τις τράπεζες, για να υποστηρίξουν τον Μιχάλη Παρασκευά, που έχει τα κότσια να τα βάλει με το σύστημα». Τη στήριξή του δήλωσε και ο Πέτρος Κυπριανού, υπάλληλος του Δήμου Λευκωσίας.
«Βιωσιμότητα του Ταμείου μέχρι το 2060»
Αμέσως μετά τη λήξη της δικαστικής διαδικασίας, ο Μιχάλης Παρασκευάς υπενθύμισε τους παρευρισκόμενους ότι στην τελευταία δικάσιμο στις 12 Μαϊου 2014, είχε ζητήσει ενώπιον του δικαστηρίου, πρόσβαση στην αναλογιστική μελέτη για τη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τους ενημέρωσε ότι χθες, 30 Ιουνίου 2014, πήρε «κατεπείγουσα, με το χέρι», επιστολή από τον Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων Θεοφάνη Τρύφωνος, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Όσον αφορά τις αναλογιστικές εκθέσεις, σας πληροφορούμε ότι μέχρι το 2006, αυτές διενεργούνταν από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας στη Γενεύη και συνιστούσαν εμπιστευτικά έγγραφά του. Μετά την πιο πάνω ημερομηνία, οι αναλογιστικές μελέτες διενεργούνται από τον Αναλογιστή του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ελέγχονται από το Διεθνές Γραφείο Εργασίας. Η έκθεση με έτος αναφοράς το 2009, είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων απ’ όπου μπορείτε να τη μελετήσετε. Όσον αφορά την αναλογιστική μελέτη που διενήργησε ο αναλογιστής με βάση το Μνημόνιο Συναντίληψης, σας επισυνάπτω επικαιροποιημένο αντίγραφο σχετικού αποσπάσματος του μνημονίου του Ιουνίου 2014, όπως αυτό είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών. Το σχετικό απόσπασμα αναφέρει κατά τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι η αναλογιστική μελέτη έτυχε ελέγχου από την Επιτροπή Γήρανσης της Επιτροπής Οικονομικής Πολιτικής της ΕΕ (στην επιτροπή αυτή μετέχουν εκτός από τους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ειδικευμένοι τεχνοκράτες από όλες τις χώρες μέλη) και κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε η βιωσιμότητα του Ταμείου μέχρι το 2060».
«Να εμπλακούν και άλλοι στον αγώνα»
Μιχάλης Παρασκευάς: «Πήρα τις αποφάσεις μου και είμαι έτοιμος να επωμιστώ το κόστος των επιλογών μου, παρόλο που ως δικηγόρος, ρισκάρω πολλά, αφού μπορεί να αντιμετωπίσω ακόμα και πειθαρχικές συνέπειες, αν δεν εκπληρώσω υποχρεώσεις μου προς το κράτος και αποφάσεις δικαστηρίων. Αλλά, το κάνω για να υπάρξει αντίδραση από τον κόσμο και συμπαράσταση, όχι προς εμένα, αλλά για το γενικό καλό. Πρέπει να οργανωθεί μια μαζικότερη κοινωνική αντίδραση, γιατί δεν το κάνω για να προστατευτώ μόνον εγώ. Δεν μπορεί κανείς να αντιδρά ως μονάδα και να επωμίζεται μόνος, όλο το κόστος, γιατί δεν θα έχει νόημα. Ως δικηγόρος, κυριολεκτικά απελευθερώνω ανθρώπους από φυλακές και κρατητήρια της Αστυνομίας. Αν χάσω την άδεια μου, δεν θα μπορώ να ζήσω και δεν θα μπορώ να βοηθήσω άλλους ανθρώπους. Αλλά δεν με νοιάζει να πάω φυλακή, φτάνει να έχει ένα αποτέλεσμα η προσπάθειά μου. Αν η κοινωνία δεν αντιδράσει, δεν γίνεται αγώνας. Εμένα ο στόχος μου ως ακτιβιστής, είναι να εμπλακούν και άλλοι στον αγώνα. Δεν είναι στόχος μου να γίνω μάρτυρας, ούτε να ηρωοποιηθώ, αλλά να προσφέρω και να έχει η προσφορά μου αποτέλεσμα στην κοινωνία. Ξέρω ότι το σύστημα είναι παντοδύναμο και δεν μπορώ να σηκώσω μόνος μου το βάρος αυτής της προσπάθειας»…


Η πολιτική της «στρογγυλοποίησης»


Τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες γεγονότων που επηρεάζουν άμεσα τις ζωές μας. Τα γεγονότα είναι πολιτικά, αλλά πρωτίστως οικονομικά, καθώς μέσω των κρίσεων χρέους και της απειλής κατάρρευσης τραπεζικών ιδρυμάτων, χαλιναγωγούνται οι λαοί. Ποιο άλλο παράδειγμα να αναφέρουμε, αφού στην Κύπρο και την Ελλάδα έχουμε να επιδείξουμε τα δικά μας;
Οι απειλές και οι εκβιασμοί είναι ορατοί διά γυμνού οφθαλμού, ειδικά στο νησί μας, όπου επιχειρείται εκ των έσω η άλωση. Χρησιμοποιείται η οικονομική κρίση, που δημιούργησαν οι Κύπριοι πολιτικοί και οι τραπεζίτες, για να επιβληθεί απαράδεκτη λύση στο Κυπριακό, η οποία θα δικαιώνει τη μακροχρόνια τουρκική πολιτική για έλεγχο ολόκληρης της νήσου. Θα σκαρφιστούν πολλά, επειδή προβλέπω ότι δεν θα λυγίσουν τους πολίτες, και τα οποία θα έχουν στόχευση στην… τσέπη τους. Ήδη το αμαρτωλό PRIO ισχυρίζεται πως η φιλοτουρκική λύση που προωθείται, θα γεμίσει τα πορτοφόλια των Κυπρίων. Μόνο που δεν λέει την αλήθεια. Διότι το κόστος της λύσης, που είναι υψηλότατο, θα πληρώσουν οι πολίτες. Ούτε οι Αμερικανοί, ούτε οι Βρετανοί, ούτε οι Ευρωπαίοι.
Οι Κύπριοι πολίτες θα αναλάβουν το τεράστιο αυτό βάρος, όπως ανέλαβαν και τις ζημίες του «κουρέματος» των καταθέσεων.
Βέβαια, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή με επίκεντρο το Ιράκ είναι ραγδαίες και οι μεγάλοι παίκτες σε παγκόσμιο επίπεδο λαμβάνουν θέσεις «μάχης» για την επόμενη μέρα. Ήδη ο Σιμόν Πέρεζ, μιλώντας με τον πρόεδρο Μπάρακ Ομπάμα, και ο υπουργός Εξωτερικών Άβιγκντορ Λίμπερμαν στη συνάντησή του με τον Αμερικανό ομόλογό του, Τζον Κέρι, προετοίμασαν τους Αμερικανούς ότι το Ισραήλ θα αναγνωρίσει αμέσως το ανεξάρτητο Κουρδιστάν, δημοσιοποιώντας έτσι μία στενή σχέση του εβραϊκού κράτους με τους Κούρδους, που στα διπλωματικά σαλόνια ήταν ένα «κοινό μυστικό».
Η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται σε δεινή θέση, διότι όλοι οι σχεδιασμοί της για την ευρύτερη περιοχή απέτυχαν στην ολότητά τους.
Το γεγονός και μόνο ότι οι τρομοκράτες που σαρώνουν σε πολλές περιοχές του Ιράκ είναι προστατευόμενοι του Τούρκου πρωθυπουργού και του κόμματός του, αποδεικνύει πόσο λανθασμένοι ήταν οι «κατασκευαστές» της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας. Η απόλυτη αποτυχία μπορεί και να αποβεί μοιραία για τη χώρα, η οποία διοικείται από έναν παρανοϊκό πρωθυπουργό που ανακαλύπτει συνεχώς κατά φαντασίαν εχθρούς.
Έγκριτοι αναλυτές στην Ουάσιγκτον, αλλά - το πλέον σημαντικό - και αξιωματούχοι του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (NSC), αρθρώνουν κριτικό λόγο για τον κ. Ερντογάν, ο οποίος βρίσκει κλειστές τις πόρτες που ήταν ορθάνοικτες γι' αυτόν και τις «τρελές ιδέες» του μέχρι τις 16 Μαΐου 2013. Η ευθύνη για την κατάσταση στη Συρία και το Ιράκ είναι ταυτισμένη με τον κ. Ερντογάν, ο οποίος απαιτούσε από τον κ. Ομπάμα την αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων στη Συρία, στο πρότυπο της εισβολής εναντίον του Ιράκ (2003). Ευτυχώς, ο Αμερικανός ηγέτης βρήκε το σθένος και απέρριψε το παράλογο αίτημά του.
Η Λευκωσία, περισσότερο, και η Αθήνα, λιγότερο, επηρεάζονται από τα γεγονότα στη Μέση Ανατολή για δύο σημαντικούς λόγους:
Πρώτο: Η Τουρκία στα δύσκολα στρέφει τον όχλο προς την Κύπρο και την Ελλάδα, ως υπεύθυνες για τα προβλήματά του. Αυτή τη φορά θα αποτύχει.
Δεύτερο: Το Ισραήλ είναι και πάλι ο μεγάλος παίκτης στον οποίο θα στηριχθεί η Αμερική για να εξέλθει από το χάος που της δημιούργησε ο φανατικός ισλαμιστής ηγέτης της Τουρκίας.
Η Ελλάδα και η Κύπρος πρέπει να σταματήσουν την πολιτική της «στρογγυλοποίησης» των πάντων και να αποφασίσουν για πρώτη φορά να πολιτευθούν με βάση τα συμφέροντά τους. Διότι τώρα είναι η μεγάλη ευκαιρία…
Αντί οι ηγέτες της να καμώνονται πως δεν… διάβασαν το τουρκικό έγγραφο που αποκάλυψε ο «Φιλελεύθερος», το οποίο αναφέρει ότι για την Άγκυρα δεν υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία, είναι επιτακτική ανάγκη να βγουν μπροστά και να την καταγγείλουν. Αυτό πράττουν οι υπεύθυνοι ηγέτες. Η λύση της διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας είναι κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της Τουρκίας και δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Ελληνοκυπρίων και της Ελλάδας. Όσο πιο γρήγορα εγκαταλειφθεί - και την ευκαιρία την προσφέρει καθημερινά στο πιάτο η κατοχική δύναμη - τόσο το καλύτερο για τον Ελληνισμό.
ΥΣΤΕΡΟ ΓΡΑΦΟ : Οσο περνούν οι μέρες και οι εβδομάδες από τις ευρωεκλογές, τόσο περισσότερο πιστεύω ότι οι αρχηγοί του ΔΗΚΟ, της ΕΔΕΚ, της Συμμαχίας των Πολιτών και των Οικολόγων δεν «έπιασαν» το μήνυμα των πολιτών. ‘Η. αν το κατάλαβαν, σφυρίζουν αδιάφορα. Οι οπαδοί του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ είναι «κοπάδι». Άβουλοι και φοβισμένοι οι πρώτοι, για τον κομμουνισμό που θα… καταστρέψει την εθνικοφροσύνη. Οι δε Ακελικοί έχουν ψωμοτύρι την απειλή νέου… πραξικοπήματος. Αλληλοτρέφονται από το μεταξύ τους μίσος, που σε επίπεδο ηγετών είναι ψεύτικο, είναι σικέ. Αντιθέτως, οι οπαδοί των τεσσάρων κομμάτων είναι πιο ανεξάρτητοι και δύσκολα θα κλειστούν στο «μαντρί», με αποτέλεσμα να αποτελούν την άλλη «μάζα» που είναι σαν κινούμενη άμμος. Η μοναδική επιλογή των κ. Παπαδόπουλου, Ομήρου, Λιλλήκα και Περδίκη είναι η ένωση των κομμάτων τους όταν διεξάγονται εκλογές. Αντί να καταναλώνουν χρόνο και δυνάμεις για να δημιουργούν διλήμματα στους λίγο-πολύ κοινούς οπαδούς και να «αλληλοκλέβουν» ψηφοφόρους, δεν είναι προτιμότερο να παρουσιάζουν κοινούς υποψηφίους; Ας μην παρακαλούν το ΑΚΕΛ να συμμαχήσει μαζί τους και ας κάνουν κάτι πιο έξυπνο: ας συμμαχήσουν μεταξύ τους…

Μιχάλης Ιγνατίου
 

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί περίπτωση φθίνοντος έθνους


Ένα προφητικό κείμενο, από τα ωραιότερα που έχω ποτέ διαβάσει, γραμμένο το 1992 από τον στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη για τις αιτίες της ελληνικής παρακμής και για όσα συμβαίνουν στις μέρες μας που ταιριάζει απόλυτα και στην περίπτωση της Κύπρου. Κάνετε υπομονή και διαβάστε το μέχρι τέλους θα αντλήσετε φοβερά διδάγματα
Όμηρος Αλεξάνδρου
<<Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.
Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμμιά προστασία και καμμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα ? αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.
Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ό όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν.
Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων. Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.
Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαρειά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων. Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιές μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες ? βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.
Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις. Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.
Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση.
Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση ? οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.
Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον? η σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού μας». Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί Έλληνες πολιτικοί στις ημέρες μας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι με τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται καν να κρύψουν μία περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να αισθανθούν μάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του και μάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τους άλλους επαιτούν επιείκεια γι’ αυτούς τους ίδιους.
Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδο με ειδικά συμφέροντα, με μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων. Η ακραία και oλεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας στον δρόμο του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού παρασιτισμού με αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας. Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά. Είναι ο ίδιος όχι μόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού, ανήμπορος ως εκ της φύσεώς του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο. Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό ? αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, πού έχουν γνώση και συνείδηση, πού κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.
Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την. Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια τού ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει. Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της με ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα ήταν βέβαια μάταιο ν’ αναμένει κανείς από τους συγκαιρινούς Έλληνες διανοουμένους να δώσουν εκείνοι ό,τι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος «πολιτικός κόσμος». Όχι μόνον επειδή οι ίδιοι είναι κατακερματισμένοι σε ομάδες επίσης κατακερματισμένες σε εν πολλοίς αυτιστικά άτομα, όχι μόνον επειδή η γενική τους μόρφωση θυμίζει ως προς το ποιόν και τη συγκρότησή της τον αεριτζίδικο και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνον επειδή για τις παγκόσμιες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ακόμα λιγότερα και από τα όσα επιφανειακά και ασυνάρτητα γράφονται στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: επειδή αντιλαμβάνονται την πολιτική με βάση φιλολογικές ή ηθικολογικές κατηγορίες και επιχειρούν πολιτικές αποφάνσεις στο επίπεδο των αντίστοιχων νερουλών γενικεύσεων.
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη  μεταμφίεση του όψιμου  επιχώριου ευδαιμονισμού,  ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί από όλες τις πλευρές και να «την αράξει». Ωστόσο ακόμα και μία γνώση των διεθνών πραγμάτων τόσο ατελής, όσο αυτή πού συναντάται κατά κανόνα στην Ελλάδα, θα αρκούσε για να θεωρηθεί πρακτικά έωλη μία ουσιώδης προϋπόθεση της ευρωπαϊκής προοπτικής, δηλ. η πεποίθηση ότι η «Ευρώπη» θα αποτελέσει κάποτε, αν όχι μία πραγματική πολιτική ενότητα, πάντως ένα σύνολο κρατών ικανό να δρα σε κάθε περίπτωση ενιαία και αποφασιστικά ? τόσο η ένταση των πλανητικών ανταγωνισμών όσο και η όξυνση του προβλήματος της Ινδοευρωπαϊκής ηγεμονίας, ιδιαίτερα μετά τη γερμανική επανένωση, μάλλον τις κεντρόφυγες παρά τις κεντρομόλες δυνάμεις θα ενισχύσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για την επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή για τις μελλοντικές εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη. Οι τριγμοί πού ακούγονται στα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, καθώς στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες το κύρος των κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ενώ νέα ανέρχονται ? η διαγραφόμενη για το άμεσο μέλλον οικονομική στασιμότητα και η συνεπόμενη στενότητα των πόρων οι οικολογικές και πληθυσμιακές αναταραχές: όλα αυτά, μαζί και με άλλα, θα ρίξουν το κάθε έθνος πίσω στις δι­κές του δυνάμεις, καθώς είναι ευκολότερο να συμμετέχουν όλοι στην κοινή ευημερία παρά ο ένας να βαστάζει τα βάρη του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, στους κόλπους της «Ευρώπης» μάλλον θα είχαμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν.
Ώστε η «ευρωπαϊκή ένταξη» διόλου δεν θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής εθνικής πολιτικής κατά τον ευθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται πολλοί Έλληνες «ευρωπαϊστές», ποζάροντας από τώρα ως ξεσκολισμένοι και υπερώριμοι «Ευρωπαίοι». Όμως επίσης δεν θα τα έλυνε μία ελληνοκεντρική αναδίπλωση, η οποία ναι μεν είναι χρήσιμη για να θυμάται κανείς που και που ότι σε τελευταία ανάλυση πρέπει να σταθεί στα δικά του τα πόδια, εφ’ όσον ούτε από το πετσί του μπορεί να βγει, ωστόσο καθίσταται επιζήμια όταν ως πρόταση συνάπτεται με διάφορες ανιστόρητες ανοησίες πού αντιπαραθέτουν στην «πνευματική» Ανατολή την «υλόφρονα» Δύση κτλ. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να χρησιμεύσουν μονάχα ως ιδεολογικές υπεραναπληρώσεις λαών συχνά ταπεινωμένων και με ελάχιστη συνεισφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, δεν προσφέρονται όμως ως πυξίδα μιας εθνικής πολιτικής πάνω στον σημερινό πλανήτη. Γιατί, θέτοντας στο επίκεντρο ηθικά ή μεταφυσικά μεγέθη, φενακίζουν τα πνεύματα, καθώς επικαλύπτουν κάτω από διανοουμενίστικες αοριστολογίες την καθοριστική σημασία της μεθόδου του οικονομείν για μία σύγχρονη κοινωνία και τους υπαρξιακούς κινδύνους μιας ουσιώδους ολιγωρίας στο σημείο αυτό. Εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η συνήθης αντιπαράθεση των εκσυγχρονιστικών τάσεων προς την καλλιέργεια της εθνικής παράδοσης είναι απλουστευτική και παραπλανητική.
Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα, η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί τα άλλα σε ό,τι σήμερα — καλώς η κακώς — θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις ως ουσία και την παραδοσιολατρία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους. Μονάχα ο εκσυγχρονισμός στη βάση μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής και εθνικής ανανέωσης θα δημιουργήσει συνθήκες ψυχικής υγείας, έτσι ώστε και η αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού (στη μορφή της τεχνικής-οικονομικής ορθολογικότητας) να καταφάσκεται και η στενότητα της παράδοσης να γίνεται αισθητή, και οι επικίνδυνες αντινομίες του σύγχρονου κόσμου να διαπιστώνονται ψύχραιμα και η εθνική παράδοση να βιώνεται δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας ή ανωτερότητας.
Και η τελευταία τάση, για την οποία θα μιλήσουμε ακροθιγώς σε σχέση με την ελληνική εθνική πολιτική, δεν διαθέτει κάποιον αξιόλογο και μαζικό πολιτικό φορέα, αλλά είναι μάλλον διάχυτη, όπως και η προηγούμενη. Απλώνεται σε διάφορους βαθμούς ασάφειας κυρίως μέσα στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς, μολονότι κάποτε συνοδοιπορεί με την πολιτική της ευρωπαϊκής ένταξης, αν και εφ’ όσον απ’ αυτήν αναμένεται η άμβλυνση των εθνικισμών και η προαγωγή της ειρήνης ή της συναδέλφωσης μεταξύ των λαών μέσω της απάλειψης των συνόρων, της καθολικής εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ. κτλ. Τέτοιοι, κατά βάθος απολιτικοί, ευσεβείς πόθοι αποτελούν κατ’ ουσία την αριστερή εκδοχή ή παραλλαγή του μαζικοδημοκρατικού ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται μία κατάσταση, όπου συλλογικές προσπάθειες και συλλογικές θυσίες θα είναι περιττές, και την απροθυμία του γι’ αυτές την ντύνει με ψευτοηθικές δεοντολογίες. Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού κινήματος, οι παρεμφερείς αντιλήψεις εκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογική λειτουργία.
Πολλοί, των οποίων οι ελπίδες, οι διαγνώσεις και οι προγνώσεις διαψεύσθη­καν παταγωδώς και οι οποίοι τώρα δεν έχουν αρκετή αξιοπρέπεια για να σωπάσουν και να αναρωτηθούν μήπως είναι ανίκανοι να καταλάβουν τι γίνεται στον κόσμο, παρά αντίθετα συνεχίζουν απτόητοι τη φιλόδοξη πολιτική ή συγγραφική τους σταδιοδρομία επικαλούμενοι την ακατάλυτη πίστη τους στο «μέλλον του άνθρωπου» και στην «πρόοδο» — πολλοί τέτοιοι, λοιπόν, ζητούν σήμερα υποκατάστατα των παλαιών ορθόδοξων σοσιαλιστικών ουτοπιών σε θολούς ειρηνισμούς και σε οικουμενιστικές ηθικολογίες. Νομίζουν ότι με τον τονισμό του μεγάλου κοινού ανθρωπιστικού παρονομαστή και με την υπόμνηση του πάντα αδιάπτωτου ανθρωπιστικού τους φρονήματος θα ρίξουν μία γέφυρα ανάμεσα στις χθεσινές και στις σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας έτσι από τη μνήμη των άλλων τις πολιτικές τους γκάφες και διασκεδάζοντας τις εύλογες αμφιβολίες, ως προς τις πνευματικές τους ικανότητες σ’ ό,τι αφορά στη σύλληψη πολιτικών καταστάσεων. Ο κόπος τους φαίνεται ωστόσο να πηγαίνει χαμένος. Γιατί και τα καινούργια τους θεολογούμενα απέχουν, το ίδιο όπως και τα παλιά, παρασάγγες από τις κινητήριες δυνάμεις της σύγχρονης πλανητικής ιστορίας και από τον χαρακτήρα της πολιτικής. Είναι πολιτικά νήπιος όποιος αναφέρεται στις δήθεν γενικές σύγχρονες τάσεις για υπέρβαση του εθνικού κράτους και για τη βαθμιαία πτώση των συνόρων, αποσιωπώντας ότι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορα σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους. Και εξ ίσου πολιτικά νήπιοι είναι όσοι φαντάζονται ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μπορούν ν’ αποτελέσουν αμετακίνητο κριτήριο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, παραγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη επήρεια και χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε πολιτική συγκυρία.
Ας επαναλάβουμε, κλείνοντας, ότι σκοπός των σύντομων αυτών παρατηρήσεων δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στα συγκεκριμένα προβλήματα πού αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική πολιτική. Θελήσαμε να τονίσουμε την απλή και στοιχειώδη αλήθεια, ότι μία τελεσφόρα και μακρόπνοη εθνική πολιτική μπορεί ν’ απορρεύσει μονάχα από μιαν ακμαία εθνική οντότητα ως conditio sine qua non. Το τι θα κάμει στα επί μέρους όποιος διαθέτει την απαραίτητη τούτη προϋπόθεση εξαρτάται από τον εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, από τις εκάστοτε ανάγκες και επιδιώξεις του. Για να περπατήσει κανείς πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει πόδια ? το που, πώς και πότε θα πάει, δεν το ξέρει πάντοτε εκ των προτέρων και δεν το καθορίζει πάντοτε ο ίδιος. Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό. Πράγματι, μία νηφάλια εκτίμηση μάλλον θα κατέληγε στο πόρισμα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπει στον επίπονο και τραχύ δρόμο της εσωτερικής ανόρθωσης, πού μόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής ν’ αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας. Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της.
Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες. Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης, όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς. Πολλοί ίσως βρουν υπερβολικά καυστικές διάφορες εκφράσεις απ’ όσες χρησιμοποιήθηκαν στην παραπάνω περιγραφή. Θα είναι ασφαλώς εκείνοι πού ακόμα δεν κατάλαβαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς.>>
·