Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί περίπτωση φθίνοντος έθνους


 
Ένα προφητικό κείμενο του στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη για τις αιτίες της ελληνικής παρακμής και για όσα συμβαίνουν στις μέρες μας (γραμμένο το 1992!)
Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.
Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμμιά προστασία και καμμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα ? αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.
Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ό όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν.
Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων. Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.
Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαρειά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων. Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιές μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες ? βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.
Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις. Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.
Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση.
Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση ? οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.
Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: μπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον? η σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού μας». Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί Έλληνες πολιτικοί στις ημέρες μας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι με τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται καν να κρύψουν μία περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να αισθανθούν μάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του και μάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τους άλλους επαιτούν επιείκεια γι’ αυτούς τους ίδιους.
Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδο με ειδικά συμφέροντα, με μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων. Η ακραία και oλεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας στον δρόμο του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού παρασιτισμού με αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας. Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά. Είναι ο ίδιος όχι μόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού, ανήμπορος ως εκ της φύσεώς του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο. Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό ? αποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, πού έχουν γνώση και συνείδηση, πού κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.
Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την. Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια τού ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει. Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της με ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα ήταν βέβαια μάταιο ν’ αναμένει κανείς από τους συγκαιρινούς Έλληνες διανοουμένους να δώσουν εκείνοι ό,τι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος «πολιτικός κόσμος». Όχι μόνον επειδή οι ίδιοι είναι κατακερματισμένοι σε ομάδες επίσης κατακερματισμένες σε εν πολλοίς αυτιστικά άτομα, όχι μόνον επειδή η γενική τους μόρφωση θυμίζει ως προς το ποιόν και τη συγκρότησή της τον αεριτζίδικο και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνον επειδή για τις παγκόσμιες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ακόμα λιγότερα και από τα όσα επιφανειακά και ασυνάρτητα γράφονται στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: επειδή αντιλαμβάνονται την πολιτική με βάση φιλολογικές ή ηθικολογικές κατηγορίες και επιχειρούν πολιτικές αποφάνσεις στο επίπεδο των αντίστοιχων νερουλών γενικεύσεων.
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη  μεταμφίεση του όψιμου  επιχώριου ευδαιμονισμού,  ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί από όλες τις πλευρές και να «την αράξει». Ωστόσο ακόμα και μία γνώση των διεθνών πραγμάτων τόσο ατελής, όσο αυτή πού συναντάται κατά κανόνα στην Ελλάδα, θα αρκούσε για να θεωρηθεί πρακτικά έωλη μία ουσιώδης προϋπόθεση της ευρωπαϊκής προοπτικής, δηλ. η πεποίθηση ότι η «Ευρώπη» θα αποτελέσει κάποτε, αν όχι μία πραγματική πολιτική ενότητα, πάντως ένα σύνολο κρατών ικανό να δρα σε κάθε περίπτωση ενιαία και αποφασιστικά ? τόσο η ένταση των πλανητικών ανταγωνισμών όσο και η όξυνση του προβλήματος της Ινδοευρωπαϊκής ηγεμονίας, ιδιαίτερα μετά τη γερμανική επανένωση, μάλλον τις κεντρόφυγες παρά τις κεντρομόλες δυνάμεις θα ενισχύσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για την επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή για τις μελλοντικές εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη. Οι τριγμοί πού ακούγονται στα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, καθώς στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες το κύρος των κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ενώ νέα ανέρχονται ? η διαγραφόμενη για το άμεσο μέλλον οικονομική στασιμότητα και η συνεπόμενη στενότητα των πόρων οι οικολογικές και πληθυσμιακές αναταραχές: όλα αυτά, μαζί και με άλλα, θα ρίξουν το κάθε έθνος πίσω στις δι­κές του δυνάμεις, καθώς είναι ευκολότερο να συμμετέχουν όλοι στην κοινή ευημερία παρά ο ένας να βαστάζει τα βάρη του άλλου. Στην περίπτωση αυτή, στους κόλπους της «Ευρώπης» μάλλον θα είχαμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν.
Ώστε η «ευρωπαϊκή ένταξη» διόλου δεν θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής εθνικής πολιτικής κατά τον ευθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται πολλοί Έλληνες «ευρωπαϊστές», ποζάροντας από τώρα ως ξεσκολισμένοι και υπερώριμοι «Ευρωπαίοι». Όμως επίσης δεν θα τα έλυνε μία ελληνοκεντρική αναδίπλωση, η οποία ναι μεν είναι χρήσιμη για να θυμάται κανείς που και που ότι σε τελευταία ανάλυση πρέπει να σταθεί στα δικά του τα πόδια, εφ’ όσον ούτε από το πετσί του μπορεί να βγει, ωστόσο καθίσταται επιζήμια όταν ως πρόταση συνάπτεται με διάφορες ανιστόρητες ανοησίες πού αντιπαραθέτουν στην «πνευματική» Ανατολή την «υλόφρονα» Δύση κτλ. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να χρησιμεύσουν μονάχα ως ιδεολογικές υπεραναπληρώσεις λαών συχνά ταπεινωμένων και με ελάχιστη συνεισφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, δεν προσφέρονται όμως ως πυξίδα μιας εθνικής πολιτικής πάνω στον σημερινό πλανήτη. Γιατί, θέτοντας στο επίκεντρο ηθικά ή μεταφυσικά μεγέθη, φενακίζουν τα πνεύματα, καθώς επικαλύπτουν κάτω από διανοουμενίστικες αοριστολογίες την καθοριστική σημασία της μεθόδου του οικονομείν για μία σύγχρονη κοινωνία και τους υπαρξιακούς κινδύνους μιας ουσιώδους ολιγωρίας στο σημείο αυτό. Εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η συνήθης αντιπαράθεση των εκσυγχρονιστικών τάσεων προς την καλλιέργεια της εθνικής παράδοσης είναι απλουστευτική και παραπλανητική.
Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα, η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί τα άλλα σε ό,τι σήμερα — καλώς η κακώς — θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις ως ουσία και την παραδοσιολατρία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους. Μονάχα ο εκσυγχρονισμός στη βάση μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής και εθνικής ανανέωσης θα δημιουργήσει συνθήκες ψυχικής υγείας, έτσι ώστε και η αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού (στη μορφή της τεχνικής-οικονομικής ορθολογικότητας) να καταφάσκεται και η στενότητα της παράδοσης να γίνεται αισθητή, και οι επικίνδυνες αντινομίες του σύγχρονου κόσμου να διαπιστώνονται ψύχραιμα και η εθνική παράδοση να βιώνεται δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας ή ανωτερότητας.
Και η τελευταία τάση, για την οποία θα μιλήσουμε ακροθιγώς σε σχέση με την ελληνική εθνική πολιτική, δεν διαθέτει κάποιον αξιόλογο και μαζικό πολιτικό φορέα, αλλά είναι μάλλον διάχυτη, όπως και η προηγούμενη. Απλώνεται σε διάφορους βαθμούς ασάφειας κυρίως μέσα στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς, μολονότι κάποτε συνοδοιπορεί με την πολιτική της ευρωπαϊκής ένταξης, αν και εφ’ όσον απ’ αυτήν αναμένεται η άμβλυνση των εθνικισμών και η προαγωγή της ειρήνης ή της συναδέλφωσης μεταξύ των λαών μέσω της απάλειψης των συνόρων, της καθολικής εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κτλ. κτλ. Τέτοιοι, κατά βάθος απολιτικοί, ευσεβείς πόθοι αποτελούν κατ’ ουσία την αριστερή εκδοχή ή παραλλαγή του μαζικοδημοκρατικού ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται μία κατάσταση, όπου συλλογικές προσπάθειες και συλλογικές θυσίες θα είναι περιττές, και την απροθυμία του γι’ αυτές την ντύνει με ψευτοηθικές δεοντολογίες. Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού κινήματος, οι παρεμφερείς αντιλήψεις εκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογική λειτουργία.
Πολλοί, των οποίων οι ελπίδες, οι διαγνώσεις και οι προγνώσεις διαψεύσθη­καν παταγωδώς και οι οποίοι τώρα δεν έχουν αρκετή αξιοπρέπεια για να σωπάσουν και να αναρωτηθούν μήπως είναι ανίκανοι να καταλάβουν τι γίνεται στον κόσμο, παρά αντίθετα συνεχίζουν απτόητοι τη φιλόδοξη πολιτική ή συγγραφική τους σταδιοδρομία επικαλούμενοι την ακατάλυτη πίστη τους στο «μέλλον του άνθρωπου» και στην «πρόοδο» — πολλοί τέτοιοι, λοιπόν, ζητούν σήμερα υποκατάστατα των παλαιών ορθόδοξων σοσιαλιστικών ουτοπιών σε θολούς ειρηνισμούς και σε οικουμενιστικές ηθικολογίες. Νομίζουν ότι με τον τονισμό του μεγάλου κοινού ανθρωπιστικού παρονομαστή και με την υπόμνηση του πάντα αδιάπτωτου ανθρωπιστικού τους φρονήματος θα ρίξουν μία γέφυρα ανάμεσα στις χθεσινές και στις σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας έτσι από τη μνήμη των άλλων τις πολιτικές τους γκάφες και διασκεδάζοντας τις εύλογες αμφιβολίες, ως προς τις πνευματικές τους ικανότητες σ’ ό,τι αφορά στη σύλληψη πολιτικών καταστάσεων. Ο κόπος τους φαίνεται ωστόσο να πηγαίνει χαμένος. Γιατί και τα καινούργια τους θεολογούμενα απέχουν, το ίδιο όπως και τα παλιά, παρασάγγες από τις κινητήριες δυνάμεις της σύγχρονης πλανητικής ιστορίας και από τον χαρακτήρα της πολιτικής. Είναι πολιτικά νήπιος όποιος αναφέρεται στις δήθεν γενικές σύγχρονες τάσεις για υπέρβαση του εθνικού κράτους και για τη βαθμιαία πτώση των συνόρων, αποσιωπώντας ότι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορα σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους. Και εξ ίσου πολιτικά νήπιοι είναι όσοι φαντάζονται ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μπορούν ν’ αποτελέσουν αμετακίνητο κριτήριο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, παραγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη επήρεια και χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε πολιτική συγκυρία.
Ας επαναλάβουμε, κλείνοντας, ότι σκοπός των σύντομων αυτών παρατηρήσεων δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στα συγκεκριμένα προβλήματα πού αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική πολιτική. Θελήσαμε να τονίσουμε την απλή και στοιχειώδη αλήθεια, ότι μία τελεσφόρα και μακρόπνοη εθνική πολιτική μπορεί ν’ απορρεύσει μονάχα από μιαν ακμαία εθνική οντότητα ως conditio sine qua non. Το τι θα κάμει στα επί μέρους όποιος διαθέτει την απαραίτητη τούτη προϋπόθεση εξαρτάται από τον εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, από τις εκάστοτε ανάγκες και επιδιώξεις του. Για να περπατήσει κανείς πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει πόδια ? το που, πώς και πότε θα πάει, δεν το ξέρει πάντοτε εκ των προτέρων και δεν το καθορίζει πάντοτε ο ίδιος. Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό. Πράγματι, μία νηφάλια εκτίμηση μάλλον θα κατέληγε στο πόρισμα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπει στον επίπονο και τραχύ δρόμο της εσωτερικής ανόρθωσης, πού μόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής ν’ αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας. Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της.
Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες. Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης, όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς. Πολλοί ίσως βρουν υπερβολικά καυστικές διάφορες εκφράσεις απ’ όσες χρησιμοποιήθηκαν στην παραπάνω περιγραφή. Θα είναι ασφαλώς εκείνοι πού ακόμα δεν κατάλαβαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς.
·                      
Ο ΧΡΙΣΤΟΦΙΑΣ, Ο ΓΑΙΔΑΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ



Η προσέγγιση της κυβέρνησης του Χριστόφια και του ΑΚΕΛ σε θέματα οικονομίας από τότε που ανήλθαν στην εξουσία χαρακτηρίζεται από δογματισμό, λαϊκισμό ανευθυνότητα, γινάτι  και προχειρότητα για μα σειρά από λόγους τους οποίους παραθέτω πιο κάτω:

Δεν υπάρχει προηγούμενο από καταβολής κυπριακής δημοκρατίας, αλλά ίσως και σε καμιά κυβέρνηση δημοκρατικής χώρας του πλανήτη, σύσσωμη η αντιπολίτευση να παίρνει το πολιτικό κόστος για να δοθεί οριστική λύση στα δημοσιονομικά προβλήματα και μακροχρόνιες στρεβλώσεις στην οικονομία, και η κυβέρνηση, που συνήθως πρέπει να παίρνει την πρωτοβουλία και το πολιτικό κόστος να ματαιώνει και να υποσκάπτει αυτή τη προσπάθεια.

Καθώς γνωρίζετε το μεγαλύτερο πρόβλημα της Κυπριακής οικονομίας από το 1960 ήταν και παραμένει ο τεράστιος δημόσιος και ημι δημόσιος τομέας, τα υπερπρονόμια των οποίων δημιουργούν με την σειρά τους τεράστια διαρθρωτικά και στρεβλωτικά προβλήματα στην οικονομία.

Το χάσμα απολαβών και παραγωγικότητας μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα συνεχώς αυξάνεται και απειλεί να τινάξει στο αέρα την πραγματική οικονομία και σταδιακά να αποτελέσει μια ωρολογιακή βόμβα στο συνταξιοδοτικό.

Η σταθερή θέση όλων ανεξαίρετα των κομμάτων πλην του ΑΚΕΛ στην αναγκαιότητα οι συντεχνίες να αναθεωρήσουν τη στάση τους στις παράλογες απαιτήσεις τους και στη διατήρηση των υπερπρονομιών τους, προσέκρουσε για ακόμα μια φορά στην λαϊκίστικη στάση Προέδρου και ΑΚΕΛ και έτσι χάθηκε η καλύτερη ίσως ευκαιρία που δόθηκε ποτέ για εξορθολισμόν των δημοσίων οικονομικών.

Τα υπερπρονόμια στο δημόσιο και ημιδημόσιο τομέα δόθηκαν επί κυβερνήσεων Μακαρίου και Κυπριανού προκειμένου να έχουν μια σταθερή εκλογική δύναμη και να διατηρούνται στην εξουσία και συντηρήθηκαν η και αυξήθηκαν από τις μετέπειτα κυβερνήσεις με αποκορύφωμα την κυβέρνηση Χριστόφια.

Όσες φορές οι κυβερνήσεις Βασιλείου, Κληρίδη και Παπαδόπουλου προσπάθησαν να περιορίσουν τα υπερπρονόμια αυτά προσέκρουαν στον λαϊκισμό που επεδείκνυαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα το ΑΚΕΛ ακόμα και αν το κόμμα αυτό ήταν συγκυβερνόν.

Αποκορύφωμα της καταστροφικής πολιτικής του Προέδρου Χριστόφια και του ΑΚΕΛ στα θέματα οικονομίας ήταν η υπαναχώρηση τους σε όσα πρόσφατα συμφωνήθηκαν με την αντιπολίτευση στον περιορισμό των πιο πάνω υπερπρονομίων. Η ανακοίνωση από μέρους της κυβέρνησης της συμφωνίας με την Ρωσία για παραχώρηση δανείου 2.5 δισεκατομμυρίων με ευνοϊκό επιτόκιο ( 4.5% αντί 15.5% που μπορούσαμε να δανεισθούμε από τις αγορές) ενώ συζητούσε με τις συντεχνίες και υποτίθεται τις ‘’πίεζε’’ να κάνουν υποχωρήσεις, είναι ότι πιο βρώμικο ανεύθυνο και υποσκαπτικό θα μπορούσε να κάνει μια κυβέρνηση εν μέσω πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης. Η ανακοίνωση του δανείου αφαίρεσε ένα δυνατό χαρτί που προέβαλλε στους συντεχνιακούς η Κυβέρνηση, ότι πρέπει να υποστούν θυσίες λόγω της έλλειψης ρευστότητας και δημοσιονομικού ελλείμματος. Πολύ φοβούμαι ότι αυτά τα χρήματα η κυβέρνηση θα τα ροκανίσει μέχρι να φύγει και θα αφήσει στην επόμενη κυβέρνηση υπέρογκο δημόσιο χρέος και καμένη γη.

Ο άκρατος δογματισμός και οι εμμονές της κυβέρνησης Χριστόφια σε θέματα οικονομίας δεν έχουν προηγούμενο σε καμία δημοκρατική χώρα. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Αν ανατρέξει κανείς στο πρόσφατο παρελθόν και από τότε που ανέδειξε τον Τάσο Παπαδόπουλο στην εξουσία μέχρι και σήμερα θα βρει πάρα πολλά παραδείγματα, μερικά από τα οποία αναφέρω πιο κάτω:

1. Ο Τάσος Παπαδόπουλος αν και κατ’ εξοχήν εκφραστής του κεφαλαίου και της ελεύθερης οικονομίας, προκειμένου να μείνει στην εξουσία και να επανεκλεγεί εφάρμοζε πιστά την πολιτική ΑΚΕΛ. Έλεγε ο Τάσος τότε: ‘’Όσο βρίσκομαι εγώ στην εξουσία δεν θα υπάρξουν ιδιωτικοποιήσεις και η προστασία της ΑΤΑ θα αποτελεί για μένα ευαγγέλιο’’. Σήμερα, και υπό την πίεση της έκρηξης στο Μαρί, αυτά τα δύο καυτά θέματα τα ξανασκέφτονται.

2. Είναι προς τιμή του Τάσου, που αν και πιεζόταν από το ΑΚΕΛ να μην υποβάλει αίτηση για ένταξη στη Ζώνη του Ευρώ, ευτυχώς τους αγνόησε για μία και μοναδική φορά.Φανταστήκατε να βρισκόμασταν έξω από το Ευρώ, τι συνέπειες θα είχαμε σήμερα;

3. Στο θέμα της πάταξης της φοροδιαφυγής αυτή η κυβέρνηση ακολούθησε την πεπατημένη και δεν έχει κάνει απολύτως τίποτα. Γνωρίζουμε όλοι ότι στην Κύπρο συντελείται τεράστια φοροδιαφυγή, περισσότερη ίσως από οιανδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ. Εκτός από την αγοραπωλησία ακινήτων, όπου υπάρχει μεγάλη φοροδιαφυγή, υπάρχουν ομάδες αυτοτελώς εργαζομένων που δηλώνουν ελάχιστα στο Φόρο εισοδήματος από αυτά που κερδίζουν. Αυτά τα εισοδήματα θα μπορούσαν να διαπιστωθούν με περιουσιακά τεκμήρια και την υποβολής της γνωστής ‘’Κατάστασης Κεφαλαίου’’. (εμένα μου ζήτησαν τιμωριτηκά και υπέβαλα μια τέτοια κατάσταση κεφαλαίου, απο πόσους όμως άλλους ημέτερους και χρηματοδότες πολιτικών και όχι μόνον, ζήτησαν μια τέτοια κατάσταση;. Ακούγεται από πολλούς ότι τα μεγάλα ψάρια φοροδιαφεύγουν γιατί έχουν τις πλάτες του αμαρτωλού κομματικού κατεστημένου. Ένα απλό παράδειγμα κατηγορίας που διαφεύγει φορολογικά είναι οι μεγαλογιατροί. Ας ζητήσει από όλους αυτούς ‘’Κατάσταση Κεφαλαίου’’ και ας τους εντάξει στο ΦΠΑ με χαμηλό συντελεστή 5% με παράλληλη μείωση στο ΦΠΑ καυσίμων σαν αντιστάθμισμα της φορολογίας. Δεν είναι παράδοξο να υπάρχει ΦΠΑ στα φάρμακα και σε όλες τις κατηγορίες επαγγελματιών και στη κατηγορία των γιατρών όχι; Και μόνο το γεγονός ότι θα υποβάλλουν δήλωση ΦΠΑ και κατ’ επέκταση ελεγμένους λογαριασμούς στο τέλος εκάστου έτους θα αποκαλυφθούν σημαντικά εισοδήματα τους που φοροδιαφεύγουν.

4. Με την άνοδο του ΑΚΕΛ στην εξουσία παραχωρήθηκαν τεράστια ποσά σε επιδόματα χωρίς εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια με αποτέλεσμα τα μεγαλύτερα ποσά να καταλήξουν σε άτομα που δεν είχαν καμία οικονομική δυσκολία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που εξευτέλισε αυτή την κυβέρνηση είναι η επιστροφή, για επικοινωνιακούς λόγους, από τον Νίκο Σιακόλα ενός τέτοιου επιδόματος που του έδωσε ο Χριστόφιας.

5. Ενεθάρρυνε την εισροή αλλοδαπών στην Κύπρο με όλες τις γνωστές συνέπειες για το κράτος και την κοινωνία. ΟΙ συνέπειες αυτής της πληθυσμιακής αλλοίωσης που επεχείρησε το ΑΚΕΛ και ο Χριστόφιας δεν ζημιώνει μόνο τα ταμεία του κράτους αλλά βολεύει και τον στόχο τους για εδραίωση στην εξουσία. Κλασσικό παράδειγμα είναι και η πρόσφατη απόφαση, οι αλλοδαποί που είναι στην Κύπρο πέραν των 5 ετών να έχουν δικαίωμα ψήφου στις επερχόμενες δημαρχιακές εκλογές. Περιμένετε και θα δείτε στο μέλλον γιατί το ΑΚΕΛ επέδειξε τέτοια ανοχή στην εισροή αλλοδαπών στην Κύπρο.

6. Επέβαλε στον Τάσο την μη δημιουργία μεγάλου καζίνου στην Κύπρο. Σαν αποτέλέσμα αυτής της εμμονής ήταν ο μη εμπλουτισμός του τουριστικού μας προϊόντος, και απο την άλλη η ενίσχυση της οικονομίας των κατεχομένων. Η στροφή του υπόκοσμου στο τζόγο με την δημιουργία ανεξέλεγκτων μικρών καζίνων σε κάθε γειτονιά, καταστρέφουν τους πολίτες και κυρίως την νεολαία χωρίς η κυβέρνηση να μπορεί να τα φορολογεί. Ο μόνος που διέθετε μεγάλο καζίνο ήταν ο φίλος του Προέδρου, Αντώνης Φανιέρος, ο οποίος βρίσκεται υπό κράτηση για παράνομες δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτά τα ανεξέλεγκτα μικροκαζίνο. Ευτυχώς πρόσφατα η κυβέρνηση φαίνεται να κάνει επί τέλους δεύτερες σκέψεις και συζητά την δημιουργία επίσημου καζίνου. Τα δισεκατομμύρια όμως που ο τόπος στερήθηκε για τόσα χρόνια και κατέληξαν στα κατεχόμενα σαν αποτέλεσμα της εμμονής του προέδρου, ποίος θα τα επιστρέψει;  Ο κατά τα άλλα συμπαθής Αντώνης Φανιέρος έκανε την εξής νοηματική δήλωση πρόσφατα στα ΜΜΕ. ‘’ Αν θα πέσω θα πέσω μαχόμενος’’ Το νόημα της δήλωσης Φανιέρου είναι ξεκάθαρο και δεν πιστεύω κανείς από εμάς να μην κατάλαβε το τι εννοεί.. Ανεξάρτητα αν ο Αντώνης Φανιέρος καταδικαστεί η όχι, θα πρέπει έστω και τώρα να αποδείξει ότι η αγάπη του για τον τόπο του δεν υπολείπεται της αγάπης που τρέφει ο απλός πολίτης για αυτό. Ας μιλήσει για την σχέση που έχει με το κομματικό κατεστημένο. Ας βάλει ένα ακόμα λιθαράκι πέραν από αυτών που βάζω εγώ για τόσα χρόνια για το βρώμικο ρόλο του κομματικού κατεστημένου στο κυπριακό γίγνεσθαι.

7. Σε συνέχεια του σημείου 6 πιο πάνω θα πρέπει να επαναφέρω ξανά και να αναδείξω την απραξία αυτής της Κυβέρνηση να φέρει ένα ολοκληρωμένο νομοσχέδιο στην Βουλή για το πόθεν έσχες των Κομμάτων και των πολιτικών. Όπως πιστεύει ο απλός πολίτης, η διαπλοκή και η σχέση κάποιων πολιτικών και κομμάτων, με δραστηριότητες της νύκτας είναι πλέον αδιαμφισβήτητη και αναδεικνύει για άλλη μια φορά την ανάγκη διαφάνειας των εσόδων των Κομμάτων και των περιουσιακών στοιχείων των πολιτικών (Να μια καλή πηγή εσόδων από ενδεχόμενη φορολόγηση πολιτικών προσώπων). Μεγάλη εντύπωση και απορία μου έχει επίσης προκαλέσει όταν συγκεκριμένη εφημερίδα ρωτούσε την Κυβέρνηση για δύο περίπου μήνες χωρίς να παίρνει απάντηση το εξής: ‘’Σε ποίους μεγαλέμπορους ναρκωτικών η Κυβέρνηση έδωσε πρόσφατα χάρη και γιατί;’’  

8. Το θέμα του φυσικού αερίου όμως φαίνεται ότι θα κλέψει την παράσταση όχι μόνο για την στάση του Προέδρου Χριστόφια αλλά και αυτής του Προέδρου της Βουλής, των Πολιτικών Αρχηγών και του διεφθαρμένου κομματικού κατεστημένου γενικότερα. Με πρόσφατο άρθρο μου ‘’ Noble Energy, Ισραηλινοί και ελεεινοί’’ (Για όσους δεν το διάβασαν τους προτρέπω να το κάνουν) δίνω το στίγμα του ποίο τεράστιο έγκλημα θα επακολουθήσει και στην συνέχεια θα συγκαλυφθεί. Το πιο πάνω άρθρο μου αναδεικνύει την αδιαφάνεια που έχει επιδείξει η Κυβέρνηση Χριστόφια στο θέμα του φυσικού αερίου. Πρόσφατα έχω πληροφορηθεί ότι σε μια θεατρινίστικη με τον Πρόεδρο της Βουλής και τους πολιτικούς αρχηγούς ενέργεια, άφησε να διαρρεύσει το εξής ‘’ Η κυβέρνηση παρέδωσε στον Πρόεδρο της Βουλής αντίγραφο της συμφωνίας με την Noble Energy για να το μελετήσουν με τους πολιτικούς αρχηγούς, με αυστηρές οδηγίες να μην διαρρεύσει το περιεχόμενο της’’. Και εγώ ο κοινός θνητός, ο απλός λογιστάκος ερωτώ; Με ποίες οικονομικές και τεχνοκρατικές γνώσεις οι Αρχηγοί των Κομμάτων θα αξιολογήσουν αν και κατά πόσο οι όροι της είναι προς το συμφέρον της Κυπριακής Δημοκρατίας; Ερωτώ, και θα ερωτώ ξανά και ξανά μέχρι να πάρω απάντηση. Πώς μπορεί να πείσουν τον λαό ότι η κυβέρνηση και οι ίδιοι προσωπικά δεν έχουν κάποια συμφέροντα που εξυπηρετούνται από ενδεχόμενους ετεροβαρείς για την κυπριακή δημοκρατία όρους τους οποίους και δεν τους βολεύει να δημοσιοποιήσουν; Γιατί χάλασαν την ‘’δουλειά της κυβέρνησης’’ στην συμφωνία με την Shell’’ και δεν χαλούν την ‘’δουλειά’’ της και με την συμφωνία με την Noble Energy τώρα;. Μήπως, λέγω μήπως, η Noble Energy φέρθηκε πιο έξυπνα από την Shell και τα ‘’βρήκε’’ και με τους αρχηγούς των Κομμάτων κατά ανάλογο τρόπο που η Siemens τα βρήκε με την Κυβέρνηση Σημίτη και με τα υπόλοιπα κόμματα στην Ελλάδα, όταν υπερχρέωνε το ελληνικό δημόσιο με δισεκατομμύρια. Από τέτοιες ενέργειες χρεοκόπησε η Ελλάδα, εμείς από που θα χρεοκοπήσουμε νομίζετε;  Σύντομα  η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε αδειοδότηση και με τα υπόλοιπα οικόπεδα για εξόρυξη φυσικού αερίου, την ίδια πρακτική θα ακολουθήσουν σαν...φιλαράκια κυβέρνηση και πολιτικοί αρχηγοί; Κοίταξε κύριε που πιστεύαμε τόσο καιρό ότι οι πολιτικοί δεν τα ‘’βρίσκουν μεταξύ τους΄΄’’’ Να μου το θυμηθείτε, τα οικόπεδα ‘’φιλέτα θα δοθούν στη Ρωσία για να ξεχρεώσουμε, με πολλαπλάσιο τρόπο, το προνομιακό επιτόκιο δανειου των 2.5 δισεκατομμυρίων που μας παραχώρησε και όχι μόνον.

Δεν έχει χειρότερο πράγμα για έναν Πρόεδρο κράτους να διακατέχεται από ιδεοληψία, εμμονές και γινάτι στα θέματα της οικονομίας. Μπορεί ο Πρόεδρος να ζει στον κόσμο του και να κάνει όσα κάνει με αποκορύφωμα την τραγωδία στο Μαρί. Μπορεί όμως, μέσα στο ΑΚΕΛ να μην έχει ένα νούσιμο να του τραβήξει το αυτί και να τον ταρακουνήσει; Βλέπω αυτά τα νεαρά παιδιά του ΑΚΕΛ και δεν πιστεύω ότι διαθέτουν τόσο γερασμένα μυαλά και τόση υποκρισία. Δεν καταλαβαίνουν ότι με αυτή τους την στάση εκτίθενται ακόμη και στα δικά τους αμνοερίφια και υποθηκεύουν το πολιτικό τους μέλλον; Και μια και μιλάμε για το ζωικό βασίλειο, μήπως, λέγω μήπως, ο Πρόεδρος κόλλησε το κοντρογαουρίστικο γινάτι του γαιδάρου που καβαλούσε όταν ήταν παιδί και πήγαινε από το σπίτι στο καφενείο του πατέρα του στο Δίκωμο για να δουλέψει; Πώς μπορεί ένα ‘’παιδί του λαού’’ να πήδηξε από τον γάιδαρο στο ‘’καλάμι΄΄ και από εκεί στο προσωπικό Jet αεροπλάνο; Εγώ σαν ένας απλός λογιστάκος έκανα αναφορά στα πιο πάνω που έχουν σχέση με την επαγγελματική μου ιδιότητα. Για το τελευταίο ψηλώνω τα χέρια και καλώ κάποιο ειδικό από τον χώρο της ιατρικής επιστήμης να δώσει την επαγγελματική του άποψη.

Όμηρος Αλεξάνδρου
Εγκεκριμένος Λογιστής - Ελεγκτής  





 
Ο  ΚΑΦΕΝΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΑ


Ο Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας με αφορμή σενάρια που βλέπουν το φως της δημοσιότητας σε σχέση με το αν θα επαναδιεκδικήσει η όχι την προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας δήλωσε σε έντονο ύφος: ‘’Η ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕ ΕΝΑ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ’’!!!
Αν η Κύπρος είναι ένα καφενείο σύντροφε, ποίος διευθύνει ένα καφενείο, δεν είναι ο καφετζής, τουτέστιν ο Πρόεδρος, η αφεντιά σου δηλαδή; ‘’ ‘’Γλώσσα λανθάνουσα πάντα λέει την αλήθεια’’. Με όλο το σεβασμό σε όλους τους καφετζήδες σύντροφε, ήσουν και θα παραμείνεις ένας καφετζής.

Ο Πρόεδρος πάρα πολλές φορές στο παρελθόν, προκειμένου να τονίσει την λαϊκή του καταγωγή, αναφέρθηκε στη παιδική του ηλικία, τότε που καβαλούσε το γαϊδούρι του στο χωριό Δίκωμο και μετέβαινε στο οικογενειακό τους καφενείο για να το διευθύνει. Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή σύντροφε, και ούτε σε κρίνουμε που είχες σαν μέσο στις διακινήσεις σου το συμπαθές τετράποδο, δικαιούμαστε όμως ανά απορούμε και να κάνουμε κάποιους συνειρμούς σε σχέση με το ποίος σου μετέδωσε αυτό το απίστευτο γινάτι που σε διακρίνει!!. Και ένα τόσο λαϊκό παιδί που ήσουν, πώς τα κατάφερες τελικά και έχεις τόση έπαρση από τον καιρό που σε βγάλαμε Πρόεδρο; Δυστυχώς για εμάς σύντροφε Δημήτρη, έκανες μεγάλα και ασύμβατα για τον χαρακτήρα και το επίπεδο σου άλματα... Πήδηξες δηλαδή από το γαϊδούρι στο καλάμι, από εκεί στο αλεξίσφαιρο Mercendes και τέλος ‘πεταξες’ και συνεχίζεις να ‘’πετάς, σε μια περίοδο που ο λαός πεινά, με το προσωπικό σου Jet αεροπλάνο. Και ακόμη χειρότερο για εμάς, ζεις στο κόσμο σου και δεν δείχνεις να αντιλαμβάνεσαι πόσο κακό προξενείς σε όλους εμάς με το να μένεις στην θέση σου.

Σε άλλη δήλωση του ανέφερε; ‘’Βλέπω τον εαυτό μου στο καθρέφτη και διερωτώμαι αν είμαι ο ίδιος άνθρωπος, ο Δημήτρης Χριστόφιας’’

Καλά το σκέφτηκες, δεν είσαι ο ίδιος άνθρωπος. Τελικά, όλα θέλουν μιαν εξελικτική διαδικασία. Ναι, και ο καφετζής μπορεί να γίνει Πρόεδρος, όμως την ώρα που αναλαμβάνει το αξίωμα θα πρέπει να έχει ήδη κάνει το άλμα προς τα εμπρός. Ο δικός μας ήταν ακόμα καφετζής. Οπόταν, ναι, παραζαλίστηκε μέθυσε, έχασε τον έλεγχο και την επαφή με την πραγματικότητα. Φανταστείτε όταν ο Πρόεδρος δεν ελέγχει η και δεν σκέφτεται, τι λέει στα ελληνικά σε εμάς, πώς μπορεί να ελέγξει τι λέει στους ξένους που έρχεται σε επαφή, στα δικά του Cyprus English, και τι πλάκα πέφτει τελικά!! Αλλάζουν σιόρ τόσο εύκολα οι σύντροφοι;!!!

Δίπλα του η σύζηγος του Έλση Χριστόφια, ενώ περιμέναμε από αυτή να πατήσει διακριτικά το πόδι του για να σταματήσει τις γνωστές του παπαριές, πρόσθεσε με αφορμή την έκρηξη στο Μαρί που στοίχησε την ζωή σε 13 συνανθρώπους μας:
 ‘’Έχω πολλή θυμό μέσα μου για το γεγονός ότι απέδωσαν ευθύνη στον Πρόεδρο (Πόρισμα Πολυβίου). Και διερωτήθηκε... Είναι o Πρόεδρος υπεύθυνος για την φύλαξη των εκρηκτικών; Δεν έπρεπε αυτοί που τα φύλαγαν, να δώσουν εντολή για εκκένωση;’’ Αν πραγματικά πιστεύεις αυτά που μας λέγεις κυρία Έλση μας, τότε τα πράγματα είναι πάρα πολύ σοβαρά και φαίνεται ότι πρόβλημα δεν έχει μόνο ο Πρόεδρος. Το επίσημο Πόρισμα αναφέρει ότι το γενικό πρόσταγμα στο θέμα των εκρηκτικών το είχε ο Πρόεδρος, ο οποίος κωλυσιεργούσε και τους κοροίδευε όλους προκειμένου να ικανοποιήσει το σύντροφο του και σφαγέα του Συριακού Λαού Άσσαντ. Έλεος πια!! Δείξτε επιτέλους λίγο σεβασμό στους αδικοχαμένους και στους πονεμένους συγγενείς των.

Μετά την έκρηξη στο Μαρί η κατάσταση του Προέδρου έχει δυστυχώς επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Στην προσπάθεια του να σώσει την υστεροφημία του πριν να μας εγκαταλείψει, τον Φεβράρη του 2013, λεει και κάνει πράγματα τα οποία προξενούν στο μέσο πολίτη μεγάλη ανασφάλεια και απελπισία (λέω μέσο πολίτη, γιατί είναι και κάποιοι υπερπατριώτες πολιτικοί του αντίπαλοι που τρίβουν με ικανοποίηση τα χέρια τους). Κατά τη άποψη μου σύντροφε, ο καλύτερος τρόπος να σώσεις κάτι πριν φύγεις, είναι να συνεργαστείς με τα Κόμματα του Κέντρου για να φράξεις τον δρόμο στην άλλη προβληματική προσωπικότητα που ακούει στο όνομα Νίκος Αναστασιάδης, και στην ανάδειξη στη εξουσία ενός υπερκομματικού μη πολικού τεχνοκράτη. Αν δεν το πράξεις εσύ και το Κόμμα σου και μας προκύψει Πρόεδρος ο Αναστασιάδης, τότε εγώ προσωπικά αλλά πιστεύω και η συντριπτική πλειοψηφία του κυπριακού λαού δεν θα σας το συγχωρήσουμε ποτέ.

Όμηρος Αλεξάνδρου



Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΑ - Η ΑΣΥΜΒΑΤΟΤΗΣ ΤΟΥ ΗΓΕΜΟΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΙΛΗΨΗ
 
Επί σειρά ετών, όπως συνήθως συμβαίνει με την διαμόρφωση των κατεστημένων, οι «πολίτες» γαλουχούνται και διαμορφώνονται μέσω των εκπαιδευτικών διαδικασιών και των κοινωνικοπολιτικών μορφωμάτων, ως υπά-κουοι υπή-κοοι, στο να αποδέχονται την έννοια του ηγέτη, του ηγεμόνα, του «υπερανθρώπου» αρχηγού ο οποίος δρα ή θα δράσει σαν ο καταλληλότερος, σαν σωτήρας ή σαν μεσσίας.(*1)
Ας ξεκαθαρίσουμε μερικές βασικές έννοιες:
Ηγεμών σημαίνει τον ανώτατον άρχοντα, τον βασιλιά, τον αυτοκράτορα, τον επί πάντων πρυτανεύων. Αυτό όσον αφορά κυρίως τα παλαιού τύπου απολυταρχικά καθεστώτα. Στα νέου τύπου καθεστώτα λαμβάνει ως επί το πλείστον την ονομασία πρωθυπουργός, πρόεδρος κλπ. Λαμβάνει όμως και πιο ιδιαίτερες ονομασίες αναλόγως του χώρου, χρόνου και επιπέδου αναφοράς του όπως π.χ. τσάρος, σάχης, αρχιμανδρίτης, πατριάρχης, πάπας, διευθύνων σύμβουλος, κομματάρχης κλπ. Η έννοια του ηγεμόνος δεν προσδιορίζει και την ποιότητά του. Θα μπορούσε λόγου χάρι, ένας ηγεμών να είναι ο άριστος όλων και να διευθετούσε τα πάντα κατά τρόπον τέτοιον, ώστε να μην χρειάζονται επεμβάσεις και να μην υπάρχουν ενστάσεις. Επειδή κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει ούτε στα παραμύθια, ας δούμε την πραγματικότητα. Η ισχύς του ηγεμόνος είναι ως επί το πλείστον θέσει και όχι φύσει. Ο ηγεμών επιβάλλεται τη βοηθεία των κάθε λογής παρατρεχάμενων, οι οποίοι σε μια αμφίδρομη σχέσι αλληλοεξυπηρετήσεως και αλληλοεξαρτήσεως υποστηρίζουν το όποιο ηγεμονικόν σχήμα. Και ο ηγεμών και οι παρατρεχάμενοι αυλικοί του, αδυνατούν να προοδεύσουν και να μεγαλουργήσουν εδραζόμενοι αποκλειστικώς στις όποιες δικές τους δυνάμεις.
Ο ηγέτης διαφοροποιείται από τον ηγεμόνα στο ότι η ισχύς του εκδηλώνεται σε πιο οικεία γι' αυτόν πεδία και χώρους (π.χ. πολιτικόν, οικονομικόν, στρατιωτικόν) και είναι συνεπικουρούμενη από την φυσική του προδιάθεσι και ικανότητα. Έχει σαφώς κάποια εγγενή χαρακτηριστικά ποιοτικής διαφοροποιήσεως από τον ηγεμόνα – ηγεμονίσκο τα οποία και εκμεταλλευόμενος τον αναδεικνύουν. Π.χ. ρητορική ικανότητα, επιβλητική προσωπικότητα, πλούτο γνώσεων, οργανωτική ή διαχειριστική ικανότητα, κοινώς αποδεκτόν παρουσιαστικόν κλπ. Παρ’ όλα αυτά λόγω του ότι οι εκδοχές του ηγέτη (πολιτικού, θρησκευτικού, στρατιωτικού κλπ.) ομοιάζουν ή και ταυτίζονται με αυτές του ηγεμόνος είναι πολύ εύκολο αλλά και το πλέον σύνηθες να διολισθήσει σε κεκαλυμμένη ηγεμονική κατάστασι. Οι κυριότεροι λόγοι επ΄ αυτού είναι: η έλλειψις μέτρου (το καβαλίκεμα κοινώς), η έλλειψις ελέγχου (χαρακτηρίζεται ή και χρίζεται ως αυθεντία και ουδείς αποτολμά να τον αμφισβητήσει και αν το κάνει απλώς δεν εισακούγεται), η έλλειψις επιπτώσεων και αποδόσεως ευθυνών (ποιος θα δικάσει έναν «ηγέτη» αν χρηματιστεί, αν παρανομήσει ή αν λαθέψει π.χ.)
Όλες αυτές οι έννοιες εμπεριέχουν την έννοια του «άγω» (εξ΄ου και αγάς) υπό το σκεπτικόν του «δρομολογώ» και «καθοδηγώ», είτε τον λαό, είτε το ποίμνιον, είτε την οποιαδήποτε ομάδα. Όμως όλα αυτά, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την Ελληνική Αντίληψη, Κοσμοθέαση, Νοοτροπία και Τρόπον Σκέψεως.(*2) Οι Έλληνες παράγουν και αναγνωρίζουν Ήρωες, Εμπνευστές, Πρωτοπόρους, Αναθεωρητές, Αμφισβητίες, Αυτόβουλες Προσωπικότητες και όχι μαζανθρώπους. Και το κυριότερον, Φύσει αρχηγούς ή άρχοντες (εκ του άρχω) και όχι θέσει ηγεμόνες - ηγεμονίσκους - ηγέτες και ηγετίσκους. Π.χ. φύσει αρχηγοί ήταν ο Μιλτιάδης, ο Λεωνίδας, ο Κολοκοτρώνης και όχι ηγεμόνες τύπου Δαρείου, Ξέρξη ή Σουλτάνου. Είναι χαρακτηριστικόν ότι όσες φορές οι Έλληνες μεγαλούργησαν το έπραξαν όχι ακολουθώντας τυφλά κάποιους ηγέτες αλλά συγκροτώντας μια ιδιόμορφη συλλογικότητα εδραζόμενη στην ατομική και εσωτερική εφόρμηση και πρωτοβουλία τους, έστω και αν οι πρωτοπόροι-αρχηγοί ήταν ελάχιστοι, ένας ή ίσως και κανένας. Οι αρχηγοί αναγνωρίζονταν στο πεδίον της εκάστοτε μάχης, «καταδικασμένοι» και επιφορτισμένοι με την ευθύνη να το αποδεικνύουν συνεχώς και όχι επειδή ο τίτλος τους ήταν τέτοιος.
Ό,τι συνέβη στον Μαραθώνα, στην Σαλαμίνα, στις Θερμοπύλες, το 1821 και το 1940, αυτό ακριβώς θα συμβεί και σήμερα. Αν θέλουμε να απεγκλωβιστούμε από την υπάρχουσα εξουσιαστική δομή οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι κανείς δεν είναι πιο αρμόδιος και πιο υπεύθυνος να το κάνει πλην ημών των ιδίων. Εννοείται ότι εν παραλλήλω οφείλουμε να αντιπαλέψουμε και να καθυποτάξουμε και βασικά ελαττώματα όπως αυτό της διχόνοιας, της ιδιοτέλειας, της μνησικακίας που πολλά δεινά έχουν επιφέρει.
Σήμερα παρατηρούμε ότι για να πετύχει ένα απλό κίνημα ή κίνησης, δεν διαθέτει αναγνωρισμένους ή προτυποποιημένους ηγέτες.(*3) Π.χ. η αυθόρμητη αντίδρασης των Ελλήνων στις 28/10/2011 σε πολλές πόλεις κατά την διάρκεια των παρελάσεων χωρίς καμιά ηγετική πρωτοβουλία (αλλά με πολλούς μπροστάρηδες) κατάφερε το απροσδόκητο και απολύτως ποθητό. Να εξοβελίσει τους δήθεν επισήμους «αποκαρεκλώνοντας» τους, από τις θέσεις των τιμωμένων προσώπων και να γίνουν οι παρελάσεις ερήμην τους. Αλήθεια τι προσέφεραν στον τόπο για να κατέχουν θέσεις τιμωμένων προσώπων;
Ακόμη και το «κίνημα της πατάτας» (με την επιφύλαξιν πιθανών άλλων προεκτάσεων) ανεπτύχθη και επετεύχθη όταν έπαψαν οι ηγεμονίσκοι συνδικαλιστές να το δρομολογούν και να το διαφεντεύουν.
Για να γίνει πιο σαφές, μόνον όταν οι Έλληνες αποδεσμευτούν και αποκαθαρθούν από παλαιές και σύγχρονες επιδράσεις αλλοτρίων και εμβολίμων πολιτικο-κοινωνικο-θρησκευτικών δομών και προτύπων (*4) , μόνον τότε θα σταματήσουν να μυξοκλαίνε και να παρακαλούν για έξωθεν σωτηρίες και μόνον τότε θα είναι πραγματικά ελεύθεροι! Ίσως τότε δοθεί και το έναυσμα ή η προτροπή για την απελευθέρωση και των υπολοίπων λαών από τα δεινά των ηγεσιών τους.(*1) Σε αυτό έχει συμβάλλει τα μέγιστα η τηλεοπτική ιδεοεπιβολή όπου το ποίμνιον αναμένει έναν υπεράνθρωπον σωτήρα (ή σωτήρες) είτε αυτός λέγεται «σούπερμαν», «μπάτμαν», μυστικός πράκτωρ τύπου 007, τρελλός επιστήμων, εξωγήινοι και «ούφο», «πεφωτισμένοι» εξουσιοδοτημένοι ειδικοί απεσταλμένοι, άγγελοι «φωτός», επίλεκτη ομάς κρούσεως κλπ.
(*2) Είναι σημαντικό να γίνει διακριτή και κατανοητή η μέγιστη διαφορά του Ελληνικού τρόπου του σκέπτεσθαι από άλλους. Ο Ελληνικός τρόπος δεν είναι μία άλλη πρόταση ή ένα πρότυπο αναφοράς. Είναι το υπόβαθρο επί του οποίου δύνανται να παραχθούν προτάσεις και λύσεις. Στην Ελληνική Κοσμοθέαση και αντίληψη υπάρχουν Αρχές και όχι παγιωμένα σκεπτικά. Εξ’ αυτού ορμώμενοι διαπιστώνουμε ότι η λύσης σε ένα πρόβλημα π.χ. οικονομικόν δεν διέρχεται απαραιτήτως μέσα από τους περιοριστικούς φακούς του καπιταλιστικού ή του σοσιαλιστικού συστήματος. Διέρχεται μέσω της Λογικής, της Φυσικής ακολουθίας και συγκεκριμένων υπολογισμών.
(*3) Μήπως γι’ αυτό δεν πετυχαίνει καμία απεργία; Μήπως γι’ αυτό καμία διαδήλωση δεν αποτρέπει τίποτε κακό, αφού όλα τα μέτρα τελικώς περνάνε; Μήπως γι’ αυτό καπελώθηκε έστω και εμμέσως το κίνημα των αγανακτισμένων;;;(*4) Το φάσμα αυτών των δομών είναι τεράστιο όπως: της Περσίας του Δαρείου, των φαραώ της Αιγύπτου, του αυτοκρατορικού Βυζαντίου, της Ρωσίας του τσάρου ή του Στάλιν, της Κίνας του Μάο, της Ινδίας του Γκάντι, της Γερμανίας του αρχικαγκελάριου, του Βατικανού του πάπα, του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, του κομμουνιστικού μοντέλου, του κεφαλαιοκρατικού μοντέλου, του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, του εθνικοσιαλιστικού μοντέλου, του πρωθυπουργικού μοντέλου, του προεδρικού μοντέλου, του συνδικαλιστικού μοντέλου, του τάδε και του δείνα μοντέλου κλπ.
Όλα αυτά είναι προσαρμοσμένα στις ιδιαιτερότητες του κάθε λαού χωρίς να σημαίνει ότι είναι απαραιτήτως καλά ή κακά. Αν το κίνημα του Γκάντι π.χ. επέφερε κάτι θετικό για τους Ινδούς δεν σημαίνει ότι η άκριτη επανάληψης του στην Ελλάδα θα έχει αντίστοιχα αποτελέσματα.
 
http://omirosalexandrou.blogspot.com

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012



Ο μοιραίος Μπάν, ο ρόλος του ΟΗΕ και τα αυτοκτονικά σύνδρομα των Κυπρίων

Είναι απίστευτη η ανευθυνότητα και η επιπολαιότητα με την οποία μερικοί κύπριοι με πρωτοφανή για τα διεθνή χρονικά τρόπο αφήνουν την τύχη τους στα χέρια ευμετάβλητων γραφειοκρατών του ΟΗΕ. Εξαρτημένοι «διεθνείς ιδιώτες» οι οποίοι παίρνουν πρωτοβουλίες όχι πάντοτε συμβατές με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και οι οποίοι όταν υποβάλλουν προτάσεις ή παίρνουν πρωτοβουλίες εξυπηρετούν ηγεμονικά κράτη εις βάρος λιγότερο ισχυρών κρατών των οποίων οι ηγέτες πολιτικοπνευματικά παραπαίουν.
Κατά νου έχουμε τόσο το έγκλημα της επιδιαιτησίας επί εποχής του σχεδίου Αναν όσο και το συγκαιρινό σύρσιμο της Κύπρου στο
Green Tree. Η προπέτεια του κ Μουν φαίνεται ότι ξεπερνά αυτή του Αναν. Αφού εμείς δεχθήκαμε χωρίς ουσιαστικούς όρους να πάμε σε συνομιλίες, ο Μουν μιλά διαρκώς για σύγκλιση Διεθνούς Διάσκεψης για το Κυπριακό. «Διάσκεψη» που πρέπει να την φανταστείτε ως συμπληγάδες πέτρες ή ως μύλο μέσα στον οποίο θα αλεστεί ο λιγότερο ισχυρός, δηλαδή, η κρατική κυριαρχίας της ΚΔ και η ελευθερία των κυπρίων.
Για του λόγου το αληθές, ορίστε στα χέρια ποιου οι κύπριοι αφήνουν την τύχη τους: Ο Μπαν Κι Μουν επισκεπτόμενος την Κωνσταντινούπολη στις 22.5.2010 αξιολόγησε την πολιτική των Ερτογάν και Νταβούτογλου ως «δημιουργική διπλωματία, ενεργετική και με αρχές!». Ακόμη πιο σημαντικό, ο Μουν, αφού εξήρε τις ηγετικές ικανότητες του Ερτογάν, είπε ότι θαυμάζει, άκουσον-άκουσον, τις προσπάθειές του για δημιουργία μίας σταθερής γειτονιάς, μιας περιοχής κοινής ευημερίας στη Μεσόγειο!!.

Ακόμη, ο Μουν στη ίδια ομιλία του το 2010, απευθυνόμενος στους γενοκτόνους τούρκους ηγέτες που καθημερινά σφάζουν τους καταπιεσμένους κούρδους, είπε για τα εσωτερικά θέματα της Τουρκίας: «η δύναμη της όποιας κοινωνίας, τελικά, μετριέται στην ανοχή, την ισότητα, τις εγγυήσεις για ελεύθερη έκφραση και πολιτιστική ποικιλομορφία, ανθρώπινα δικαιώματα και το κράτος δικαίου. Ο δρόμος που διαλέξατε, μπορεί να μην είναι πάντοτε εύκολος, είναι όμως ο σωστός. Δεν τον βαδίζετε μόνοι σας». Χέρι-χέρι λοιπόν ο Μουν βαδίζει στην περιοχή μας ως υπηρέτης των φασιστικών σκοπών της Τουρκίας.
Το ρεσιτάλ όμως ήταν όταν υιοθετώντας τα νέο-Οθωμανικά «οράματα» ο Μουν πρόσθεσε το αμίμητο: «Αφήστε να ασπαστούμε το όραμα του ΥΠΕΞ της Τουρκίας (Νταβούτογλου)». Και εμείς τον αφήνουμε. Τον αφήνουμε να εφαρμόσει τα δόγματα του Νταβούτογλου που περιγράφονται ρητά στο Εναλλακτικές Κοσμοθεωρίες (Εκδ. Ποιότητα 2011) και στο Στρατηγικό Βάθος (Εκδ. Ποιότητα 2010). Δεν γνωρίζω αν ο αμίμητος γγ Μουν τα διάβασε αλλά οι ηγέτες μας έπρεπε να τα διαβάσουν και να μην μας αφήνουν έρμαιο ενός γραφειοκράτη που για λόγους που αυτός ξέρει θέλει να τα εφαρμόσει.

Το κυριότερο πρόβλημα με την Κύπρο τις τελευταίες δεκαετίες είναι η άγνοια του ρόλου, της φυσιογνωμίας και της αποστολής των διεθνών θεσμών. Ενώ ως θύμα και λιγότερο ισχυρό κράτος πρέπει να στεκόμαστε στον Καταστατικό Χάρτη και στις Υψηλές Αρχές του Κεφαλαίου Ι, άρθρο 2 παρα. 7, αναίτια φοβισμένοι και αμέτοχοι αφήνουμε τον εκάστοτε γγ να οργιάζει εις βάρος μας και για λογαριασμό άλλων. Ο ΟΗΕ όμως είναι και δικός μας οργανισμός και οι υπάλληλοί του είναι και δικοί μας εντολοδόχοι. Έχουμε μαζί μας πολλά ψηφίσματα του ΟΗΕ και κυρίως του Συμβουλίου Ασφαλείας του 1974 και του 1983 όπου η ουσία είναι πως θεωρεί τα τετελεσμένα της βίας παράνομα. Και κανείς δεν μπορεί να μας εμποδίσει να εφαρμοστούν σωστά και σύμφωνα με την διεθνή νομιμότητα. Ουσιαστικά, εάν δεν το κάνουμε κανείς δεν μας παίρνει στα σοβαρά και όλοι μας θεωρούν αναλώσιμους.
Αυτά τα δεδομένα μας νομιμοποιεί απόλυτα να εξαποστέλλουμε τον οποιονδήποτε Αναν ή Μουν σπίτι του –και τίποτα δεν μπορεί να προκύψει εις βάρος μας παρά μόνο στην φαντασία όσων πάσχουν από φοβικά σύνδρομα–, συνάμα ζητώντας του, ή καλύτερα διατάζοντάς τον!!, για να πάρουν και κανένα μήνυμα οι παρακοιμώμενοι των «υπηρεσιών» τον ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, να μας συναντά μόνο όταν οι σκέψεις που μας εκθέτει είναι συμβατές με τον Χάρτη.
Όχι διεθνείς διασκέψεις, λοιπόν, αλλά προτάσεις συμβατές με τον Καταστατικό Χάρτη, με την ευρωπαϊκή νομιμότητα, με τις διεθνείς συμβάσεις και την διεθνή νομιμότητα ευρύτερα. Δεν λειτουργούμε έτσι, για ένα απλό λόγο: Οι ηγέτες μας δεν γνωρίζουν αυτό που ξέρουν οι πρωτοετείς του πανεπιστημίου μου, ότι για παράδειγμα οι διεθνείς θεσμοί υπηρετούν τα κράτη σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη και αν δεν το κάνουν δεν έχουν ρόλο να διαδραματίσουν (και αυτό είναι συχνά πιθανό όταν διαφωνούν οι μεγάλες δυνάμεις που έχουν βέτο). Όταν δεν γνωρίζουμε τόσο απλά και γνωστά πράγματα αναπόδραστα γινόμαστε έρμαιο των ηγεμονικών παρασκηνίων.
Το διεθνές σύστημα είναι άναρχο (απουσιάζει κυβέρνηση των κυβερνήσεων που να γνωρίζει κατιτί πέραν της διεθνούς τάξης όπως ορίζουν οι Συνθήκες). Όλα τα κράτη υπογράφοντας τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ αποδέχονται τις υψηλές αρχές και παραδοχές της διακρατικής ισοτιμίας, της μη επέμβασης και της εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας. Βιώσιμες διακρατικές και ενδοκρατικές σχέσεις εκτός αυτού του πλαισίου δεν υπάρχουν, όλοι το ξέρουν και είμαστε νομιμοποιημένοι, προς το συμφέρον όλων των κυπρίων, να το κάνουμε σημαία μας.
Ο ιστορικός του μέλλοντος αναζητώντας ποιο κράτος έκανε τις πλέον λανθασμένες εκτιμήσεις για την διεθνή πολιτική και για τον χαρακτήρα των διεθνών θεσμών δεν θα δυσκολευτεί να βρει την απάντηση. Είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Από το 1974 μέχρι το 2012, οπότε και θα πάθει, όπως όλα δείχνουν, αυτό που αξίζει να παθαίνει ένα οποιοδήποτε κράτος διαπράττει ένα τόσο μεγάλο έγκλημα κατά του εαυτού του επί 38 συναπτά χρόνια.
Αν ο τελικός γύρος της κούρσας θανάτου που άρχισε στο
Green Tree συνεχιστεί και φθάσει στο τέρμα ο ιστορικός βίος της ΚΔ τελειώνει. Οι έλληνες αργά ή γρήγορα θα λυγίσουν, θα υποκύψουν, θα υποδουλωθούν, θα εξισλαμιστούν ή θα εξανεμιστούν στην πλανητική χοάνη της ελληνικής διασποράς όπου ζουν εκατοντάδες χιλιάδες διωγμένοι έλληνες. Αυτά συνέβησαν επί προεδρίας Χριστόφια, θα γράψει η ιστορία, ενός προσώπου που σπούδασε στην σταλινική ΕΣΣΔ. Και μετά την πτώση αυτής της επίπλαστης υπερδύναμης αυτός και οι ομοϊδεάτες του, συνέχισαν να πιστεύουν ότι ένα κράτος μπορεί να συγκροτηθεί ως ανθρωπολογικός ακταρμάς υπό υψηλή νέο-Οθωμανική εποπτεία.
Δεχθήκαμε να αρχίσουμε να συνομιλούμε για το πώς θα προσαρμοστούμε στα τετελεσμένα της βίας και όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η φαρσοκωμωδία του
Green Tree μας εξωθεί στην τελική θανατηφόρα ευθεία που ονομάζεται διεθνής διάσκεψη. Στην τελική ευθεία δεν θα χρειαστεί να τρέξουμε καθότι πλήθος πραιτοριανοί του ηγεμονικού παρασκηνίου πανέτοιμοι από καιρό θα μας πλευροκοπήσουν, θα μας σπρώξουν και στην ανάγκη θα μας σύρουν μέχρι το νήμα του θανατηφόρου τέρματος. Είναι καιρός λοιπόν να σηκώσουμε την σημαία της νομιμότητας, της πολιτικής λογικής, του συμφέροντός μας και του συμφέροντος της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή. Τα στελέχη και τα μέλη του ΑΚΕΛ και του ΔΗΣΥ κατά κύριο λόγο, εκτιμώ, έχουν υποχρέωση να ευθυγραμμίσουν τους ηγέτες τους σε ένα λογικό πολιτικό προσανατολισμό
Όμηρος Αλεξάνδρου 



Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Σοσιαλισµός Αστακοµακαρονάδας* & Ενσυνείδητη Καταστροφή της Ελλάδoς
*Το άρθρο δηµοσιεύεται στο τεύχος Νοεµβρίου 2011 της Athens Review of Books, και έχει τίτλο «Η µεγάλη ληστεία»
Nοεµβρίου 7, 2011. Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος:
Είναι µία βροχερή Τετάρτη του Φεβρουαρίου 1981. Το βράδυ, σε µια ψαροταβέρνα του
Χαλανδρίου, στον δρόµο προς Χολαργό, κοντά στο σπίτι του Χαρίλαου Φλωράκη, Γενικού Γραµµατέα
τότε του ΚΚΕ, συνευρίσκονται οι Ανδρέας Παπανδρέου, αρχηγός του ΠΑΣΟΚ, Άκης Τσοχατζόπουλος,
Γεράσιµος Αρσένης, Κωστής Βαΐτσος, Βάσω Παπανδρέου, Μένιος Κουτσόγιωργας και ο µετέπειτα
δήµαρχος Χαλανδρίου Νίκος Πέρκιζας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι σίγουρος για την εκλογική νίκη
του «Κινήµατος» στις εκλογές του Οκτωβρίου και η συζήτηση είναι πού θα βρεθούν τα απαραίτητα
κεφάλαια για να µοιραστούν στις ορδές των «µη προνοµιούχων» που ανυπόµονοι περιµένουν την
ώρα της µεγάλης εισβολής. (∆ιαβάστε το όλο. Θα αυξηθεί κατακόρυφα η οργή σας και δεν θα
πιστεύετε τις αποκαλύψεις οι οποίες λόγω του έγκριτου δηµοσιογράφου είναι όλες τεκµηριωµένες.
«Πρόεδρε, δεν υπάρχει πρόβληµα», λέει ο Γεράσιµος Αρσένης, µετέπειτα «τσάρος της
οικονοµίας», στον ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. «Το διεθνές σύστηµα», επιµένει, «έχει µεγάλη ρευστότητα και
θα βρούµε αρκετό χρήµα να φέρουµε στην Ελλάδα. Εξάλλου, τα επιτόκια είναι χαµηλά, όπως και το
ελληνικό δηµόσιο χρέος. Υπάρχουν έτσι περιθώρια να αντιµετωπίσουµε και αιτήµατα για παροχές,
αλλά και µία πιθανή φυγή κεφαλαίων στις ξένες τράπεζες από βιοµηχάνους και µεγαλοεισαγωγείς…».
«∆ηλαδή λεφτά υπάρχουν, Μάκη», τονίζει ευχαριστηµένος ο Ανδρέας Παπανδρέου. «Θα
µπορέσουµε έτσι να δείξουµε στον λαό ότι µοιράζουµε χρήµα. Ποιος ποτέ θα µάθει ότι αυτό είναι
δανεικό… Θα λέµε σε όλους τους τόνους ότι είναι το χρήµα του κατεστηµένου, που τώρα ανήκει στους
Έλληνες…», προσθέτει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και δείχνει να απολαµβάνει το ουίσκι που πίνει.
«Οι γιαπωνέζικες τράπεζες ψοφάνε να δανείζουν χρήµα στην Ευρώπη, κύριε πρόεδρε», λέει στον
Ανδρέα Παπανδρέου ο Κωστής Βαΐτσος, που είχε διεθνή εµπειρία από τη συµβουλευτική θητεία του
σε χώρα της Λατινικής Αµερικής. Γνώριζε επίσης ο ίδιος – όπως και ο Ανδρέας Παπανδρέου – ότι
στην διεθνή κεφαλαιαγορά κυκλοφορούσε και άφθονο µαύρο αραβικό χρήµα σε πετροδολάρια, που
άλλο που δεν ήθελε να τοποθετηθεί σε χώρες όπως η Ελλάδα. Το χρήµα αυτό ήταν καλοδεχούµενο
από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος ήθελε να το χρησιµοποιήσει για να εξαγοράσει στην
κυριολεξία ψήφουςκαι οπαδούς, ώστε να µονιµοποιήσει την παραµονή του στην εξουσία. Αυτό ήταν
το µεγάλο όραµά του και, για να το αναλύσει κανείς, απαιτούνται πολλές σελίδες.
Με απλά λόγια, λέµε ότι, όταν το 1974 ο Ανδρέας Παπανδρέου ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ, δύο πράγµατα
τον ενδιέφεραν: Πρώτον, να διαλύσει την µισητή του – όπως είχε αποκαλύψει στον γράφοντα –
Ένωση Κέντρου-Νέες ∆υνάµεις (ΕΚΝ∆) και, δεύτερον, να καταλάβει την εξουσία. Επειδή µάλιστα
γνώριζε ότι δεν θα µπορούσε να καταλάβει την εξουσία υποσχόµενος σοσιαλδηµοκρατικού τύπου
µεταρρυθµίσεις, οι οποίες εξάλλου ήσαν µέσα στο πρόγραµµα της ΕΚΝ∆, εφάρµοσε µία
ριζοσπαστική, λαϊκιστική, τριτοκοσµικού τύπου στρατηγική, αξιοποιώντας τα κατώτατα δυνατά
ερείσµατα και ένστικτα που µπορεί να διαθέτει ένας λαός.
Σπουδασµένος στην Αµερική και οικονοµολόγος, επηρεασµένος από τη σχολή της οικονοµετρικής
προσέγγισης των πραγµάτων, ο Ανδρέας Παπανδρέου –ο οποίος απεχθανόταν την Ευρώπη και την
κουλτούρα της– ήταν ένας πολιτικός µε ικανότητα τολµηρών τακτικών ελιγµών, που µπορούσε µε
άνεση να κινείται στρατηγικά στη βάση ορθολογικών επιλογών. Ένα σηµαντικό την εποχή εκείνη
στέλεχος του Κινήµατος χαρακτήριζε τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ «κινούµενο ηλεκτρονικό υπολογιστή».
Μελετούσε κάθε κίνησή του και, κυρίως, στην Αµερική είχε διδαχθεί από ειδικούς επικοινωνιολόγους
να καταλαβαίνει την ψυχολογία του όχλου, να συνθηµατολογεί και να µπορεί να διαισθάνεται τι θέλει
να ακούσει ο ακροατής.
«Ύστερα», γράφει ο Στάµος Ζούλας, «ο Ανδρέας είχε διαπιστώσει ότι στην Ελλάδα η πιθανότητα
να αποκτήσει κάποιος δηµοσιότητα είναι η εκπροσώπηση απόψεων µε τρόπο που να διεγείρει, που
να συγκινεί, και ιδιαίτερα σε θέµατα που το συναισθηµατικό στοιχείο είναι πολύ έντονο». Ακόµη και
όσα οι πολιτικοί του αντίπαλοι θεωρούσαν ως ανερµάτιστη πολιτική και οβιδιακές µεταµορφώσεις,
στην ουσία δεν ήταν παρά ένας συνειδητός και προσχεδιασµένος τακτικισµός που είχε ως
πρωταρχικό –αν όχι αποκλειστικό– στόχο την κατάληψη της εξουσίας»[1]. Και η τελευταία όντως
κατελήφθη τον Οκτώβριο του 1981 και έµελλε να κρατήσει, την πρώτη περίοδο, το ΠΑΣΟΚ και τον
αρχηγό του στο τιµόνι της χώρας έως τον Ιούλιο του 1989.
2. [Η δηµιουργία των µηχανισµών]Εννέα χρόνια παραµονής στην εξουσία ήσαν αρκετά για το
ΠΑΣΟΚ και τον ιδρυτή του να δηµιουργήσουν αρθρώσεις και καταστάσεις που δύσκολα θα
µπορούσαν αρθούν από φιλελεύθερες πολιτικές δυνάµεις. Ακόµα χειρότερα, την πασοκική περίοδο
εµπεδώθηκε στην Ελλάδακαι µία αντιδραστική τριτοκοσµική ιδεολογία η οποία σήµερα µόνον δεινά
επιφυλάσσει στη χώρα. Εξάλλου, η ιδεολογία αυτή, σύµφωνα µε τα γνωστά από τα ολοκληρωτικά
καθεστώτα πρότυπα, χρησίµευε ως άλλοθι στους µηχανισµούς που έπαιρναν σάρκα και οστά στην
Ελλάδα σε αντικατάσταση του αποκαλούµενου «κράτους της δεξιάς». Μετά λοιπόν την επιχείρηση
του Φεβρουαρίου 1982, όταν µία Κυριακή οι πρασινοφρουροί έκαναν δοκιµή πραξικοπήµατος,
σταδιακά εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα µηχανισµοί του πασοκικού κράτους που δηµιουργούσαν και
νέες κοινωνικο-οικονοµικές αρθρώσεις.
Κοντολογίς, ο Ανδρέας Παπανδρέου επεδίωξε –και σε µεγάλο βαθµό κατάφερε– να δηµιουργήσει µία
φιλική προς το ΠΑΣΟΚ µεσαία τάξη, εσωστρεφή και εχθρική προς κάθε φιλελεύθερη και ευρωπαϊκή
ιδέα. Επρόκειτο για µία τάξη που διψούσε για χρήµα, αλλά ήθελε να το αποκτήσει χωρίς κόπο και,
κυρίως, όχι µέσα από µηχανισµούς της αγοράς και του οικονοµικού ανταγωνισµού που συνεπάγεται η
ελεύθερη οικονοµία.
Έτσι, την περίοδο 1981-1985, εισρέουν στην Ελλάδα απίστευτα ποσά, δανεισµένα από ξένες
τράπεζες, κυρίως ιαπωνικές, και δαπανώνται ασυστόλως στο όνοµα της «καµένης γης», για να
εκκολαφθεί η πασοκική εξουσία, η οποία ήταν και σαφέστατου τριτοκοσµικού χαρακτήρα. Την
προαναφερόµενη περίοδο, η Ελλάδα δανείστηκε από το εξωτερικό περί τα 50 δισ. δολάρια,
παράλληλα δε εισέπραξε και άλλα 26 δισ. δολάρια από κοινοτικές επιδοτήσεις. Μέσα σε µία
τετραετία, δηλαδή, η χώρα είχε δεχθεί το ισόποσο ενός έτους Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος
(ΑΕΠ). Όσο για το δηµόσιο χρέος της, από 28% του ΑΕΠ το 1980, είχε εκτιναχθεί στο 47,8% στα τέλη
του 1985[2]. Είχε, δηλαδή, σχεδόν διπλασιασθεί χωρίς να γίνει στη χώρα ούτε ένα έργο! Αντιθέτως, η
κατανάλωση είχε πάει στα ύψη, µε αποτέλεσµα την αλµατώδη άνοδο του ισοζυγίου εξωτερικών
συναλλαγών, το έλλειµµα του οποίου έφθασε να αντιπροσωπεύει το 14,5% του ΑΕΠ και να είναι το
υψηλότερο κατά κεφαλήν στον κόσµο!
Στο επίπεδο της παραγωγής, όµως, η Ελλάδα υποχωρεί σηµαντικά, οι εξαγωγές της παραµένουν
στάσιµες, ενώ η βιοµηχανία της ξεφτίζει και σταδιακά χάνεται.
Το ΠΑΣΟΚ, ωστόσο, εδραιώνεται κοινωνικά και εξαγοράζει ψήφους, συνειδήσεις, συνδικαλιστικές
οργανώσεις, αγροτικούς συνεταιρισµούς, δήµους, κοινότητες. Όπως ψιθυρίζεται στους ευρωπαϊκούς
διαδρόµους, το «Κίνηµα» του Ανδρέα Παπανδρέου αποκτά καθεστωτικό χαρακτήρα και το ότι
παραµένει στην Ευρώπη οφείλεται στο χρήµα που εισρέει στην Ελλάδα από τα διάφορα κοινοτικά
Ταµεία. Τα τελευταία χρησιµοποιούνται για πλουσιοπάροχες επιδοτήσεις ηµέτερων αγροτών,
συνδικαλιστών, δηµοσιογράφων, επιχειρηµατιών, εκδοτών, ανώτερων και ανώτατων στελεχών
επιχειρήσεων και, βεβαίως, κοµµατικών µηχανισµών.
∆ηµιουργείται έτσι σταδιακά ένα παρακράτος µαφιόζικου τύπου, το οποίο διεισδύει όλο και
βαθύτερα στην πολιτική και κυριολεκτικά µολύνει τη δηµοκρατία. Απίθανοι και αδίστακτοι
εκπρόσωποι αυτού του παρακράτους δηµιουργούν δίκτυα επικοινωνίας και επιρροής και αξιοποιούν
στο έπακρο µια φαύλη «προοδευτική» δηµοσιογραφία και ακόµα πιο φαύλους βαρώνους των µέσων
µαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ). Αν δε κατά καιρούς τα σκάνδαλα, οι καταχρήσεις και οι λεηλασίες
αυτού του παρακράτους βγαίνουν στη δηµοσιότητα, αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε εσωτερικούς
ανταγωνισµούς και σε προσωπικές έριδες των ανθρώπων που δεσπόζουν στο παρακράτος. Τι να
πρωτοθυµηθεί κανείς… Ο Κοσκωτάς, ο Μαυράκης, ο Σταµατελάτος, η Αγρέξ, τα καλαµπόκια, η
Προµέτ, ο Οργανισµός Ανασυγκροτήσεως Επιχειρήσεων είναι µερικά από τα 200 σκάνδαλα του
ΠΑΣΟΚ που είχε καταγράψει ο Γιάννης Λάµψας και είχε περιγράψει αναλυτικά σε άρθρα του στα
τότε Επίκαιρα του Γιάννη Πουρνάρα.
Συγκλονιστικά και απολύτως ηλεγµένα στοιχεία για εκείνη την περίοδο περιέχονται σε ένα
αποκαλυπτικό και πολύ σηµαντικό βιβλίο του ∆ηµήτρη Στεργίου, αρχισυντάκτη του Οικονοµικού
Ταχυδρόµου την εικοσαετία 1979-1999 και διευθυντή σύνταξης του ίδιου περιοδικού το 2000. Στο
βιβλίο Το Πολιτικό ∆ράµα της Ελλάδος 1981-2005[3], ο συγγραφέας προέβλεπε την πτώχευση της
χώρας από το 1989, όταν στην ουσία η Ελλάδα είχε απειληθεί µε αποβολή από την Ευρωπαϊκή
Ένωση – χωρίς να ιδρώσει κανενός το αυτί. Την αποκάλυψη αυτή είχε κάνει ο υπογράφων από τις
στήλες του Οικονοµικού Ταχυδρόµου, δεχόµενος τόνους ύβρεων λάσπης από τους πραιτωριανούς της
«Αλλαγής».
Την ώρα, λοιπόν, που κάποιοι ψάχνουν για «επαχθή χρέη» και παραπλανούν τον κόσµο, θα πρέπει
κάποια πράγµατα να τα δούµε από κοντά. Ειδικότερα δε θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε µία
χρεοκοπία δεν υπάρχουν αµέτοχοι – κυρίως όταν η χρεοκοπία είναι απότοκος συλλογικής ληστείας,
τους καρπούς της οποίας άλλοι γεύονται περισσότερο, άλλοι λιγότερο και κάποιοι ίσως καθόλου.
3. [Αριθµοί και γεγονότα]Ο υπογράφων δέχεται ότι τα τριανταπέντε τελευταία χρόνια αρκετοί
πολιτικοί πλούτισαν και κάποιοι υπερπλούτισαν ασκώντας το επάγγελµα του «εκπροσώπου του
λαού». ∆έχεται επίσης ότι στο πολιτικό µας σύστηµα υπάρχει αυξηµένη διαφθορά. Όλα αυτά, σε µία
δηµοκρατία είναι ανιχνεύσιµα και κολάσιµα. Γι’ αυτό, «επαχθή χρέη» υπάρχουν και αναγνωρίζονται
µόνον στις δικτατορίες τριτοκοσµικού και κοµµουνιστικού τύπου. Αντιθέτως, στη δηµοκρατία, η
διαφάνεια – η οποία είναι και ένας από τους όρους λειτουργίας της – αποτελεί αντίδοτο στη
διαφθορά και ενίοτε την αποτρέπει.
Ωστόσο, ειδικά στην χώρα µας, υπάρχει µία άλλη, και πραγµατική, διάσταση «επαχθούς χρέους» την
οποίαν ουδείς τολµά να αναφέρει και, ακόµη περισσότερο, να αναδείξει. Γι’ αυτό, στο παρόν κείµενο
θα προσπαθήσουµε να δώσουµε µία µερική διάσταση αυτού του «επαχθούς χρέους» προβάλλοντας
στοιχεία που µε πολύ κόπο αναζητήσαµε και καταγράψαµε.
Επισηµαίνουµε, έτσι, ότι από το 1979 έως και το 2010 έγιναν στην Ελλάδα 5.280 γενικές και
κλαδικές απεργίες, σε ποσοστό 96% του δηµοσίου τοµέα, µε αποτέλεσµα να χαθούν 1.385 ηµέρες
εργασίας. Σε σηµερινά ευρώ, το κόστος αυτών των εργάσιµων ηµερών, που είναι 45 τον χρόνο,
αντιστοιχεί σε 135 δισ. ευρώ, ήτοι στο 39% του συνολικού δηµοσίου χρέους της χώρας ή στο 55% των
χρεών των ασφαλιστικών ταµείων. Σηµειώνουµε ότι οι απεργούντες ναι µεν δεν προσήλθαν στην
εργασία τους, πλην όµως εισέπραξαν το σχετικό ηµερήσιο κόστος της τελευταίας – και το συνολικό
αυτό ποσόν είναι αδύνατον να υπολογισθεί. Σίγουρα, όµως, σωρευτικά αντιπροσωπεύει κάποια
δισεκατοµµύρια ευρώ.
Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες απεργίες – ο αριθµός των οποίων είναι τριπλάσιος του
αντιστοίχου κοινοτικού µέσου όρου πριν τη µεγάλη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΕΕ) – είχαν
εκβιαστικό χαρακτήρα και κατέληξαν στην απόσπαση απίθανων προνοµίων. Τα τελευταία –όπως, για
παράδειγµα, τα δωρεάν ταξίδια µε την Ολυµπιακή Αεροπορία όλων των µελών των οικογενειών των
εργαζοµένων (;) στην εταιρεία, στην πρώτη θέση– επιβάρυναν, σύµφωνα µε τον ΟΟΣΑ, το κόστος
παραγωγής της ελληνικής οικονοµίας κατά 4% του ΑΕΠ περίπου. Έτσι, σωρευτικά τα τριάντα
τελευταία χρόνια η ελληνική οικονοµία επιβαρύνθηκε µε άλλα 140 δισ. ευρώ, χάνοντας ταυτοχρόνως
και σηµαντικό µέρος από την ανταγωνιστικότητά της. Στην απώλεια αυτή θα πρέπει να προστεθεί και
η κατά 2% σωρευτική επιβάρυνση του ΑΕΠ από τα κλειστά επαγγέλµατα, η οποία επίσης
υπολογίζεται σε άλλα 120 δισ. ευρώ.
Επίσης, από το 1993, µετά την πτώση της κυβερνήσεως Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, έως και το
2009, προσελήφθησαν στην ευρύτερο δηµόσιο τοµέα περί τα 600.000 άτοµα, µε αποτέλεσµα το
κόστος του δηµόσιου τοµέα να επιβαρυνθεί µε το απίστευτο ποσόν των 500 δισ. ευρώ – κόστος το
οποίοξεπέρασε κατά τέσσερις ποσοστιαίες µονάδες το αντίστοιχο µέσο της ΕΕ των 15 χωρών-µελών.
Το ποσοστό αυτό σήµερα αντιπροσωπεύει 11 δισ. ευρώ ετησίως και είναι η βασική αιτία της
δηµιουργίας δηµοσιονοµικών ελλειµµάτων. Ακόµα χειρότερα, επιβαρύνει και την εξυπηρέτηση του
δηµόσιου δανεισµού σε επίπεδα που είναι δύσκολο να υπολογισθούν.
Στις παραπάνω απίστευτες επιβαρύνσεις θα πρέπει να προσθέσουµε και την χορήγηση στην Ελλάδα
180.000 συντάξεων µε µηδενική ανταπόδοση, οι οποίες σε µία εικοσαετία επιβάρυναν το
υπερχρεωµένο ασφαλιστικό σύστηµα της χώρας µε 24 δισ. ευρώ, στα οποία θα πρέπει να προστεθούν
και κάποια δισεκατοµµύρια εφάπαξ.
Την περίοδο 1990-2009 καταγράψαµε επίσης για την Αθήνα 180 δήθεν φοιτητικές διαδηλώσεις, οι
οποίες κατέληξαν σε καταστροφές δηµόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και σε λεηλασίες
πανεπιστηµιακών ιδρυµάτων ανυπολογίστου αξίας. Την εικοσαετία αυτή, οι καταστροφές που
προκλήθηκαν µόνον στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο υπολογίζονται στα 30 εκατ. ευρώ σωρευτικά,
συµπεριλαµβανοµένων και των κλοπών επιστηµονικού υλικού. Από κοινωνικής δε πλευράς, οι
βάρβαρες αυτές εκδηλώσεις οδήγησαν σε απώλειες δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας στο κέντρο
της Αθήνας και στο κλείσιµο περίπου 10.000 εµπορικών και άλλων επιχειρήσεων.
Αποκαλυπτικά επίσης στοιχεία για το µέγεθος της µεγάλης ληστείας µπορεί να εντοπίσει κανείς σε
ένα θαυµάσιο βιβλίο του αείµνηστου Νικολάου Θέµελη, υπουργού Προεδρίας στην Οικουµενική
Κυβέρνηση Ζολώτα το 1990, µε τίτλο Τον δρόµον τετέλεκα [4]. Στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας, που
ήταν και πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, περιγράφει τις απίστευτες εµπειρίες του. Σε
οποιαδήποτε δηµοκρατική και ευνοµούµενη χώρα, το βιβλίο αυτό θα είχε προκαλέσει θύελλα
αντιδράσεων και εισαγγελικών επεµβάσεων. Εν Ελλάδι πέρασε απαρατήρητο. Ο λόγος απλός και
ευκόλως κατανοητός: ο συγγραφέας περιγράφει όργια καταχρήσεων και σπαταλών στη δηµόσια
διοίκηση και αναφέρει σοβαρότατες ατασθαλίες σε δήµους και κοινότητες. Ατασθαλίες που,
συνολικά, ξεπερνούσαν τα 20 δισ. δραχµές την εποχή εκείνη.
Το ποσόν αυτό, βέβαια, ανεβαίνει σε αστρονοµικά ύψη αν διαβάσει κανείς τις εκθέσεις του Λ.
Ρακιντζή, Επιθεωρητού ∆ηµοσίας ∆ιοικήσεως, ο οποίος, στην γνωστή έκθεσή του, περιγράφει τα
σηµεία και τέρατα που συµβαίνουν στους Οργανισµούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, στις πολεοδοµίες,
στα Ελληνικά Ταχυδροµεία και γενικά σε δηµόσιους οργανισµούς. Σύµφωνα µε υπολογισµούς του
Οργανισµού Οικονοµικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως (ΟΟΣΑ), το κόστος της διαφθοράς στην
ελληνική δηµόσια διοίκηση αντιπροσωπεύει περί το 2% του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ)
της χώρας, ήτοι, µε τα σηµερινά δεδοµένα, ένα ποσόν της τάξεως των 5 δισ. ευρώ. Έτσι, σε επίπεδο
τριακονταετίας, φθάνουµε αισίως τα 120 δισ. ευρώ.
Είναι, λοιπόν, ηλίου φαεινότερον ότι το ελληνικό δηµόσιο χρέος είναι όντως «επαχθές», όχι όµως
για τους λόγους που επικαλούνται κάποιοι νοµικοί, που, υποκρίνονται ότι τώρα ανακαλύπτουν τον
τροχό της διαφθοράς και της γραφειοκρατικής ασυδοσίας. Αυτοί που αναζητούν ενόχους και
αποδιοποµπαίους τράγους για το αποκαλούµενο ελληνικό «επαχθές χρέος» και απειλούν µε µηνύσεις
και άλλα παρόµοια, καλά θα έκαναν να µάθουν …γραφή και ανάγνωση. Το ελληνικό δηµόσιο χρέος
είναι το γνήσιο προϊόν της καταληστεύσεως του δηµοσίου πλούτου από συντεχνίες, συνεταιρισµούς,
συνδικαλιστικά σωµατεία, δηµόσιες επιχειρήσεις και κρατικοδίαιτους επιχειρηµατίες. Όλος αυτός ο
εσµός της ελληνικής, σοβιετικού τύπου, κλεπτοκρατίας δίνει σήµερα τον υπέρ πάντων αγώνα για να
καταρρεύσει η χώρα. Είναι η µόνη ελπίδα τους. ∆ιότι, µία ελληνική κατάρρευση θα αφήσει άθικτους
όλους τους µηχανισµούς της διαφθοράς και θα ενισχύσει τις εξουσίες των συντεχνιών.
Για παράδειγµα, επιχειρηµατίες που τροφοδοτούν τις διάφορες φιλολογίες περί επιστροφής στην
δραχµή, είναι ξεκάθαρο τι επιδιώκουν. Έχοντας τεράστια χρέη στο εσωτερικό και γερές καταθέσεις
στο εξωτερικό, σε περίπτωση που η Ελλάδα επιστρέψει στη δραχµή νοµίζουν ότι θα εξοφλήσουν τα
χρέη τους σε υποτιµηµένες δραχµές, εισάγοντας υπερτιµηµένα ευρώ. Θα συµβεί, δηλαδή, ό,τι συνέβη
στην πάλαι ποτε Σοβιετική Ένωση, στην οποίαν οι ολιγάρχες της νοµενκλατούρας αγόρασαν σχεδόν
τα πάντα µε υπερτιµηµένα έναντι του ρουβλίου δολάρια που είχαν φυγαδεύσει στο εξωτερικό την
περίοδο του κοµµουνιστικού καθεστώτος. Με το χρήµα αυτό οι ολιγάρχες, όχι µόνον απέκτησαν
αµύθητες περιουσίες, αλλά εγκατέστησαν και τις δικές τους πολιτικές εξουσίες. Έτσι, η σηµερινή
Ρωσία ελέγχεται από τους ολιγάρχες του χρήµατος και αυτούς που αποτελούν το πολιτικό τους
σκέλος.
Αυτό το µοντέλο «οραµατίζονται» κάποιοι και για την Ελλάδα, γι’ αυτό και επιδιώκουν µε κάθε
µέσον να την αποκόψουν από την Ευρώπη. ∆ηλαδή, πέρα από τη µεγάλη ληστεία, οι κύκλοι αυτοί
επιχειρούν σήµερα και µία πολιτικο-θεσµική ανατροπή. Το θέµα είναι τεράστιο και οι διάφορες
πτυχές του θα αναδεικνύονται όλοκαι πιο αδρά όσο κυλά ο χρόνος. Και ο χρόνος κυλά εφιαλτικά
γρήγορα.
[1] Στάµος Ζούλας, Όσα δεν έγραψα…, Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ. 96.
[2] Το καλοκαίρι του 1985 η χώρα έφθασε στο χείλος της κατάρρευσης, όπως περιέγραψε ο τότε
διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ∆. Χαλικιάς. Βλ. τη µαρτυρία του σε συνέντευξη στον Π.
Βασιλόπουλο (Οικονοµικός Ταχυδρόµος, 8.1.1988), η οποία παρατίθεται στο σχετικό άρθρο µου «Από
το 1985 προβλεπόταν η πτώχευση», που είναι διαθέσιµο στο http://tiny.cc/j3jax
[3] ∆ηµήτρης Λ. Στεργίου, Το πολιτικό δράµα της Ελλάδος 1981-2005, Παπαζήση, Αθήνα 2005.
[4] Νικόλαος Θέµελης, Τον δρόµον τετέλεκα, Ι. Σιδέρης, Αθήνα 1998.
********************