Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Ο τουρκικός Γολγοθάς για το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Χρήστος Ιακώβου
Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών (ΚΥ.ΚΕ.Μ.)

Οι ηγέτες της ελληνικής μειονότητας της Πόλης, περιλαμβανομένου του ίδιου του Πατριάρχη, είχαν ταχθεί υπέρ της υποψηφιότητας της Τουρκίας για την ΕΕ, για τους ίδιους λόγους που την υποστήριζε και το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας των πολιτών στην Τουρκία. Το σκεπτικό ήταν ότι θα υποχρέωνε η ΕΕ την Τουρκία να εκσυγχρονίσει το αυταρχικό πολιτικό της σύστημα, μια αλλαγή που μόνο ευεργετική μπορεί να είναι για τις μειονότητες.

Παρά τις αρχικές μεγάλες προσδοκίες, δεν υπάρχει σήμερα τίποτα το αισιόδοξο για την Ελληνική κοινότητα στην Κωνσταντινούπολη. Φθίνει ολοένα: το Συμβούλιο της Ευρώπης υπολογίζει ότι έχουν απομείνει περίπου 1.000-1.500 άτομα. Τα σχολεία έχουν περίπου 240 μαθητές και στις δώδεκα τάξεις, από τους οποίους σχεδόν το ένα τρίτο είναι παιδιά Χριστιανών Αράβων και όχι Ελλήνων.

Εξίσου μη ικανοποιητική είναι και η κατάσταση με το Πατριαρχείο. Στην πραγματικότητα, ο Πατριάρχης είναι σεβαστός ως ο πνευματικός ηγέτης περίπου 200 εκατομμυρίων Ορθοδόξων ανά τον κόσμο, ως «πρώτος μεταξύ ίσων» δηλαδή εκ των πέντε πρεσβυγενών Πατριαρχών των Ανατολικών Ορθοδόξων Εκκλησιών. Η Τουρκία, όμως, τον αναγνωρίζει απλώς ως τον θρησκευτικό ηγέτη της ελληνορθόδοξης κοινότητας εντός των συνόρων της. Αυτή η διένεξη έχει ως αποτέλεσμα, κάτι που είναι άγνωστο σχεδόν στους πάντες εκτός Τουρκίας, το Πατριαρχείο να μην έχει νομικό καθεστώς και επομένως και ιδιοκτησία.

Η Τουρκία μπορεί να μην έχει πρόβλημα να παραχωρήσει στο Πατριαρχείο το καθεστώς τουρκικού ιδρύματος. Όμως το Πατριαρχείο απαιτεί ένα ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο, το οποίο να αντανακλά τη διεθνή του θέση, και παράλληλα να το προστατεύει από τις επιπτώσεις της εκάστοτε τουρκικής μειονοτικής πολιτικής, που τα μειονοτικά ιδρύματα έχουν πληρώσει ακριβά.

Επίσης, άλλες προφανείς παραβάσεις διεθνών κανόνων σχετίζονται με την τεράστια περιουσία που ανήκει στα μειονοτικά ιδρύματα στην Κωνσταντινούπολη. Μία απόφαση του Συμβουλίου του Κράτους του 1974 επέτρεψε στις τουρκικές αρχές να κατάσχουν όλη την περιουσία που δεν είχαν δηλώσει τα μειονοτικά ιδρύματα σε μία καταγραφή του 1936. Ό,τι έχουν αποκτήσει έκτοτε τα ιδρύματα, μέσω δωρεών ή αγορών, έχουν θεωρηθεί παράνομα, καθώς τα ιδρύματα των μειονοτήτων (ελληνικής και αρμενικής) θεωρήθηκαν «αλλοδαπά» και επομένως δεν είχαν το δικαίωμα να αποκτήσουν ακίνητα στην Τουρκία. Έτσι, αυτά τα ακίνητα έπρεπε να επιστραφούν στον προηγούμενο ιδιοκτήτη και, αν ο ίδιος ή οι κληρονόμοι δεν μπορούσαν να εντοπιστούν (κάτι που συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις) το ακίνητο κατάσχεται από το κράτος. Από το 1974, εκατοντάδες υποθέσεις καταλήγουν στα δικαστήρια και κάθε λίγους μήνες κάποιο ακίνητο μιας από αυτές τις θρησκευτικές κοινότητες κατάσχεται. Για να γίνουν τα πράγματα χειρότερα, οι αρχές της Κωνσταντινούπολης συνήθως αρνούνται να χορηγήσουν πιστοποιητικά κληρονομιάς σε Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό, με την προφανή ελπίδα ότι κάποια μέρα η συναφής περιουσία θα μπορέσει και αυτή να κατασχεθεί. Παράλληλα, έχουν επιτρέψει μόνο μία φορά, το 1991, την εκλογή διοικητικών συμβουλίων των ελληνικών ιδρυμάτων - με τρόπους που συχνά επέφεραν αποτελέσματα ευνοϊκά για τις αρχές.

Το άλλο μείζον πρόβλημα, πέρα από το ζήτημα των ακινήτων, έγκειται στους περιορισμούς του κλήρου του Πατριαρχείου που ενδέχεται να κάνουν πολύ δύσκολη τη στελέχωση αυτού του θεσμού στην επόμενη γενιά. Μόνο Τούρκοι υπήκοοι επιτρέπεται να γίνουν Επίσκοποι ή Πατριάρχες, και η Τουρκία αρνείται να παραχωρήσει την τουρκική υπηκοότητα σε ορθόδοξους κληρικούς που θέλουν να εγκατασταθούν στην Πόλη.

Παράλληλα, η θεολογική σχολή που προετοιμάζει τους νέους κληρικούς, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, αναγκάστηκε να κλείσει το 1971, όταν όλα τα μη τουρκικά πανεπιστήμια εκτουρκίστηκαν. Το Πατριαρχείο δεν είχε καμία εγγύηση ότι θα μπορούσε να ελέγχει την ιερατική σχολή σε περίπτωση που θα γινόταν τουρκικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Είχε επίσης πολλές βάσιμες υποψίες απέναντι στις τουρκικές αρχές εκείνη την εποχή, δεδομένου ότι εφάρμοζαν στη σχολή έναν νόμο για τα πανεπιστήμια παρ' όλο που την είχαν καθαιρέσει από πανεπιστήμιο σε σχολή κατάρτισης το 1964. Έτσι, το Πατριαρχείο επέλεξε να κλείσει την ιερατική σχολή.

Σήμερα, η Τουρκία δηλώνει ότι θέλει να επιτρέψει στην ιερατική σχολή να λειτουργήσει ως τμήμα Θεολογικής Σχολής που πρόκειται να ιδρυθεί σύντομα στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Οι πατριαρχικές αρχές ζητούν εγγυήσεις για τα κριτήρια εισαγωγής, τη διοίκηση και το διδακτικό πρόγραμμα, έτσι ώστε να γίνει πραγματική ιερατική σχολή, ανοικτή σε ορθοδόξους από την Τουρκία και το εξωτερικό, στους οποίους μετά θα επιτρέπεται να ενταχθούν στο Πατριαρχείο, να αποκτήσουν την τουρκική υπηκοότητα και εν τέλει να γίνουν Επίσκοποι ή Πατριάρχες. Υπάρχει, όμως, η καχυποψία ότι αυτό μπορεί να είναι απλώς ένα βήμα προς την οριστική ανάληψη της ιερατικής σχολής και της πολύτιμης περιουσίας της από το κράτος.


 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου