Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2015

<<Προς ανατροπή της κατάστασης στη Μέση Ανατολή>>

 

Η περίοδος της «Αραβικής Άνοιξης» φτάνει στο τέλος της. Από τούδε και στο εξής, ο Λευκός Οίκος και το Κρεμλίνο αναδιατυπώνουν το περίγραμμα της «ευρύτερης Μέσης Ανατολής». 
Ωστόσο, η συμφωνία τους, που συνάφθηκε πριν από τη ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία μπορεί να τροποποιηθεί λόγω της αλλαγής της ισορροπίας των δυνάμεων. 
Τίποτα δεν αποδεικνύει ότι η Μόσχα θα δεχθεί τη σταθεροποίηση της Συρίας και θα κλείσει τα μάτια της για τον διαμελισμό της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας που θα ξεκινήσει τώρα. 
Εν πάση περιπτώσει, η διατάραξη που εμφανίζεται, αλλάζει το παιχνίδι που θεσπίστηκε εδώ και πέντε χρόνια. Οι περισσότερες δυνάμεις που εμπλέκονται, προσπαθούν να αλλάξουν τα ρούχα τους, η μια πριν από την άλλη.

Δίκτυο Βολταίρος | Δαμασκός (Συρία)

Ο τύπος, σε οποιαδήποτε χώρα, είναι πολύ απασχολημένος με το να ελέγξει τη θέση του δικού του κράτους στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, στο βαθμό που να αγνοεί τις παγκόσμιες διαπραγματεύσεις μεταξύ του Λευκού Οίκου και του Κρεμλίνου [1] και, συνεπώς , παρερμηνεύει τα δευτερεύοντα γεγονότα. 
Προκειμένου να αποσαφηνιστεί η παρούσα διπλωματική διέγερση, πρέπει λοιπόν να επιστρέψουμε στη ρωσοαμερικανική συμφωνία του περασμένου Σεπτεμβρίου.

Το δημόσιο τμήμα αυτής της συμφωνίας δημοσιεύτηκε από τη Ρωσία σε ένα έγγραφο που διανεμήθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών [2].  Αναφέρει ότι, για την αποκατάσταση της ειρήνης και της σταθερότητας στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, πρέπει και φτάνει (1) να εφαρμοστούν τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας  -γεγονός που συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων την επιστροφή του Ισραήλ στα σύνορα του 1967-   και (2) να καταπολεμηθεί η τρομοκρατική ιδεολογία,  -δηλαδή τόσο κατά των Αδελφών Μουσουλμάνων που δημιουργήθηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο και υποστηρίζονται από την Τουρκία, όσο και κατά του ουαχαμπισμού  που προωθείται από τη Σαουδική Αραβία-.
Αρχικά είχε προγραμματιστεί ότι η Ρωσία θα προωθούσε ένα ψήφισμα με αυτή τη κατεύθυνση κατά τη συνεδρίαση στις 30 Σεπτεμβρίου του Συμβουλίου Ασφαλείας. Ωστόσο, οι ΗΠΑ αντιτάχθηκαν μια ώρα πριν να κατατεθεί [3]. Ο Σεργκέι Λαβρόφ, στη συνέχεια προέδρευσε τη συνεδρίαση χωρίς να αναφερθεί στο σχέδιο του. Αυτό το σημαντικό γεγονός δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί ως τακτική διαφωνία που δεν έπρεπε να εμποδίζει μια στρατηγική συμφωνία.

Στις 20 Οκτωβρίου, ο Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν δεχόταν στο Κρεμλίνο τον Σύρο ομόλογό του Μπασάρ αλ-Ασαντ, παρουσία των υπουργών άμυνας και εξωτερικών του, του γενικού γραμματέα του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας και του επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στην εφαρμογή του ρωσοαμερικανικού σχεδίου, συμπεριλαμβανομένης και της εφαρμογής του Ανακοινωθέντος της Γενεύης της 30ης Ιουνίου 2012 [4]. Ο πρόεδρος αλ-Άσαντ υποστήριξε ότι ακολουθεί τις οδηγίες του Ανακοινωθέντος και ειδικότερα ότι έχει ενσωματώσει στη κυβέρνησή του τα κόμματα της αντιπολίτευσης που το του ζήτησαν σύμφωνα με την περιγραφή που κάνει το Ανακοινωθέν για ένα κυβερνητικό μεταβατικό όργανο.

Αφού επιβεβαιώθηκε ότι οι δύο χώρες είχαν την ίδια ανάγνωση του Ανακοινωθέντος της Γενεύης, η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες αποφάσισαν να χαλιναγωγήσουν τα διαφωνούντα κράτη, δηλαδή τη Γαλλία, τη Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία. Γνωρίζοντας ότι η γαλλική θέση δεν στηρίζεται σε ρεαλιστικά συμφέροντα, αλλά εξηγείται αποκλειστικά από μια αποικιοκρατική φαντασία και τη διαφθορά της κυβέρνησης της από τα τουρκικά και Σαουδαραβικά χρήματα [5], ο Λευκός Οίκος και το Κρεμλίνο αποφάσισαν να θεραπεύσουν μόνο την πηγή του προβλήματος, δηλαδή την Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία. Στις 23 Οκτωβρίου, ο Τζον Κέρι και ο Σεργκέι Λαβρόφ συνάντησαν επομένως τους Τούρκο και Σαουδάραβα ομολόγους τους στη Βιέννη. Τελικό κείμενο δεν δημοσιεύτηκε.  Ωστόσο, φαίνεται ότι η Ρωσία απείλησε τους δυο προσκεκλημένους χωρίς οι Ηνωμένες Πολιτείες να τους υπερασπιστούν.

Πανικόβλητη για μια πιθανή ρωσοαμερικανική συμφωνία κατά της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας, η Γαλλία στη συνέχεια οργάνωσε τότε ένα «δείπνο εργασίας», όχι μια «διπλωματική διάσκεψη κορυφής» στο Παρίσι. Η Γερμανία, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιταλία, η Ιορδανία, το Κατάρ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Τουρκία «μίλησαν» και όχι «αποφάσισαν» για τη τύχη της Συρίας. Η μορφή αυτής της συνεδρίασης ταιριάζει με αυτή της «βασικής ομάδας» (Core Group) των «Φίλων της Συρίας», εκτός από την Αίγυπτο η οποία έχει ήδη ενταχθεί κρυφά στο στρατόπεδο της Συρίας. Το γεγονός ότι αναγκάστηκαν να καλέσουν τις ΗΠΑ χάλασε τη συνάντηση. Και πάλι εδώ, δεν υπάρχει τελικό κείμενο.

Τέλος, στις 30 Οκτωβρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία συγκέντρωσαν έναν μεγαλύτερο Άρειο Πάγο, που συμπεριλάμβανε όλους τους συμμετέχοντες στις δύο προηγούμενες συνεδριάσεις συν την Αίγυπτο, την Κίνα, το Ιράκ, το Ιράν, το Λίβανο, το Ομάν, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Ηνωμένα Έθνη. Αν ο τύπος ξέσπασε θορυβωδώς για την παρουσία του Ιράν που είχε κρατηθεί εκτός οποιασδήποτε ρύθμισης από την έναρξη της σύγκρουσης, δεν έδωσε προσοχή στην επιστροφή της Αιγύπτου του στρατάρχη αλ-Σίσι που είχε αποκλειστεί από τη Γαλλία και επιστρέφει στη διεθνή σκηνή, χάρη στην ανακάλυψη των νέων κοιτασμάτων πετρελαίου, ούτε στη συνεχιζόμενη απουσία της κύριας περιφερειακής δύναμης, ήτοι του Ισραήλ. Αυτό το τελευταίο σημείο δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο αν το εβραϊκό κράτος είχε προηγουμένως λάβει την εγγύηση για την επίτευξη ενός από τους πολεμικούς στόχους του, ήτοι τη δημιουργία ενός αποικιακού κράτους στα βόρεια της Συρίας.

Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν όλοι να υπογράψουν μια τελική δήλωση που μόνο οι Ρώσοι και οι Ιρανοί φρόντισαν να διαδοθεί [6]. Και αυτό για τον απλό καλό λόγο ότι σηματοδοτεί την ήττα των Αμερικανών γερακιών. Πράγματι, στην παράγραφο 8, αναφέρεται ότι η «πολιτική διαδικασία»  -και όχι η «διαδικασία μετάβασης»-   θα πρέπει να καθοδηγείται από τους Σύρους, ιδιοκτησία της Συρίας και ότι ο συριακός λαός θα αποφασίσει για το μέλλον της Συρίας [ 7]. Αυτή η βαριά διατύπωση αναιρεί το έγγραφο Feltman το οποίο αποτελεί ο στόχος για περισσότερα από τρία χρόνια των γερακιών των ΗΠΑ, των Γάλλων, Τούρκων και Σαουδαραβών: τη συνολική και άνευ όρων παράδοση της Αραβικής Δημοκρατίας της Συρίας [8].
Το αμερικανικό σχέδιο συνεχίζεται παρά τη συμφωνία με τη Ρωσία

Η συνέχεια των γεγονότων θα έπρεπε λογικά να είναι η συμμόρφωση της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και της Γαλλίας, η οποία θα μπορούσε να γίνει παράλληλα με τη διατήρηση των αρχικών στόχων των ΗΠΑ.

Για την Τουρκία, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών αυτής της 1ης Νοεμβρίου και ειδικά στην περίπτωση μιας νίκης του ΑΚΡ [9], ο εμφύλιος πόλεμος αναμένεται να επεκταθεί και να αναπτυχθεί [10] μέχρι το διαμελισμό της χώρας στα δυο, έπειτα με τη συγχώνευση του τουρκικού Κουρδιστάν, του ιρακινού Κουρδιστάν και ενός αραβοσυριακού εδάφους που καταλαμβάνεται από τους Κούρδους της Συρίας και τις Ηνωμένες Πολιτείες. 
Ήδη, το YPG και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κατακτήσει μαζί αραβικό έδαφος στη βόρεια Συρία. Το YPG το οποίο, μέχρι τον περασμένο μήνα έπαιρνε όπλα και μισθούς από τη Δαμασκό, στράφηκε εναντίον της Συριακής Αραβικής Δημοκρατίας. 
Οι πολιτοφύλακες του εισβάλουν στα χωριά που κατάκτησαν, εκδιώκουν τους εκπαιδευτικούς και ανακηρύσσουν την αναγκαστική κουρδοποίηση των σχολείων. Τα κουρδικά, τα οποία ομιλούνται και διδάσκονται στα σχολεία, έγιναν η μοναδική και υποχρεωτική γλώσσα. Οι πολιτοφυλακές της Αραβικής Δημοκρατίας της Συρίας, συμπεριλαμβανομένων των Ασσυρίων, περιορίστηκαν να υπερασπιστούν τα σχολεία τους με τα όπλα εναντίον των Κούρδων συμπατριωτών τους.

Από την πλευρά του, ο βασιλιάς Σαλμάν της Σαουδικής Αραβίας πρέπει να παραδεχτεί την ήττα του στην Υεμένη, έναν γείτονα στον οποίον είχε εισβάλει επίσημα για να στηρίξει έναν πρόεδρο σε φυγή, στην πραγματικότητα για την εκμετάλλευση με το Ισραήλ του πετρελαίου του «άδειου Τετάρτου» (Empty Quarter) [11]. 
Ο ένας μετά τον άλλον, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Αίγυπτος αποχώρησαν από το συνασπισμό του. Τα πρώτα, μετά από βαριές απώλειες μεταξύ των αξιωματικών τους, η τελευταία πιο διακριτικά, αφήνοντας τις στρατιωτικές επιχειρήσεις αποκλειστικά στα χέρια των Ισραηλινών. 
Οι Χούτις, οι οποίοι τους έσπρωξαν προς τα βόρεια με τους βομβαρδισμούς, διεξήγαγαν πολλές επιδρομές στη Σαουδική Αραβία και κατέστρεψαν αεροπορικές στρατιωτικές βάσεις και τον εξοπλισμό τους. 
Οι Σαουδάραβες στρατιώτες, σχεδόν όλοι ξένοι, που υπηρετούν κάτω από το σήμα των Σαούδ, λιποτάκτησαν μαζικά αναγκάζοντας τον βασιλιά να εκδώσει διάταγμα εναντίον των λιποταξιών. Για να αποφευχθεί μια στρατιωτική καταστροφή, η Σαουδική Αραβία, στη συνέχεια αναζήτησε νέους συμμάχους. 
Ενάντια σε σκληρά ζωντανά μετρητά, η Σενεγάλη έχει στείλει 6.000 άνδρες και το Σουδάν 2.000.  Η Μαυριτανία διστάζει ακόμα να στείλει  απόσπασμα. 

Λέγεται ότι ο βασιλιάς έχει πλησιάσει επίσης τον ιδιωτικό στρατό Academi (πρώην Blackwater/Xe) ο οποίος φέρεται να στρατολογήσει σήμερα μισθοφόρους στην Κολομβία. 
Αυτό το φιάσκο αποδίδεται άμεσα στον πρίγκιπα Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος διεκδίκησε τη πρωτοβουλία  για αυτόν τον πόλεμο. Έτσι, αποδυναμώνει την εξουσία του πατέρα του, βασιλιά Σαλμάν, και δημιουργεί αμφισβητήσεις από τις δύο φατρίες που αποκλείονται από την εξουσία, εκείνη του πρώην βασιλιά Αμπντάλα και εκείνη του πρίγκιπα Μπαντάρ. 
Λογικά αυτή η σύγκρουση πρέπει να οδηγήσει στο μοίρασμα της κληρονομιάς τους, μεταξύ των τριών φατριών και ως εκ τούτου, στο διαμελισμό του βασιλείου σε τρία κρατίδια.

Μόνο μετά από αυτές τις νέες συγκρούσεις μπορεί η ειρήνη να επιστρέψει στην περιοχή, εκτός από το αραβικό μέρος που αποικίστηκε από το νέο Κουρδιστάν, που προορίζεται να γίνει το νέο σημείο σύνδεσης των περιφερειακών ανταγωνισμών στη θέση και αντί της Παλαιστίνης.

Αλλά ακόμα και γραπτό, το μέλλον είναι αβέβαιο. 
Η ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας [12] μπορεί και να αλλάξει τη συμφωνία τους.

Οι αρουραίοι αφήνουν το βαπόρι

Ενώ οι κακοί παίκτες ανακοινώνουν χωρίς διασκελισμό ότι η ρωσική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία δεν θα φέρει τα αναμενόμενα αποτελέσματα για τη Μόσχα, οι τζιχαντιστές υποχωρούν και τρέφουν σε φυγή προς το Ιράκ και την Τουρκία. 
Ο επικεφαλής του αμερικανικού Γενικού Επιτελείου, Στρατηγού Τζόζεφ Dunford, παραδέχθηκε, στις 27 Οκτωβρίου, κατά τη διάρκεια ακρόασης στη Γερουσία, ότι από τούδε και στο εξής τα όπλα μιλούν υπέρ της Αραβικής Δημοκρατίας της Συρίας [13]. Ενώ ο ανώτατος διοικητής του ΝΑΤΟ, στρατηγός Philip Breedlove, δήλωσε στις 30 Οκτωβρίου κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου στο Πεντάγωνο, ότι είναι μια συγκρατημένη περιγραφή να πούμε ότι η κατάσταση αλλάζει μέρα με τη μέρα και απειλεί από τώρα και στο εξής την ασφάλεια της Ευρώπης [14].

Είναι σαφές ότι η συμμαχία μεταξύ των υποστηρικτών του χάους και των οπαδών της  επαναποικιοκρατίας όχι μόνο θα χάσει στη Συρία, αλλά ότι η ίδια η Ατλαντική Συμμαχία δεν μπορεί πλέον να διεκδικήσει την παγκόσμια κυριαρχία. 
Έτσι, μια ξαφνική ταραχή διαπερνά τις πρεσβείες, πολλές λέγοντας ότι είναι καιρός για την επίτευξη της ειρήνης  -γεγονός που υπονοεί ότι πίστευαν προηγουμένως διαφορετικά-.

Οι «αλλαγές κοστουμιού» που αναγγέλνονται σχετικά με τη Συρία θα έχουν ως συνέπεια τη καθαγίαση του διεθνούς ρόλου της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν και της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δύο παράγοντες που ο δυτικός τύπος παρουσίαζε πριν ακόμη τέσσερις μήνες, ως εντελώς απομονωμένοι και καταδικασμένοι σε τρομερές οικονομικές δυσκολίες, δύο δυνάμεις που είναι από τούδε και στο εξής οι πρώτες στρατιωτικές περιφερειακές δυνάμεις  για το Ιράν και παγκόσμιες για τη Ρωσία, και ως δεύτερη συνέπεια, η διατήρηση στην εξουσία του Προέδρου αλ-Άσαντ στον οποίον ανακοίνωναν τα τελευταία πέντε χρόνια ότι «πρέπει να φύγει».

Σε αυτό το πλαίσιο, η προπαγάνδα πολέμου συνεχίζει ατάραχη, ισχυριζόμενη ότι αν δεν υπήρχαν οι ρωσικές βομβιστικές επιθέσεις που σκοτώνουν αμάχους, ο συριακός στρατός θα τις αναλάμβαναν, ισχυρισμός που επιβεβαιώνεται από τη μήτρα των τρομοκρατικών οργανώσεων, της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, μέσω του συριακού παρατηρητηρίου τους για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ή ακόμη ότι η Ρωσία βιάζεται να διαπραγματευτεί, καθώς η επέμβασή της κοστίζει ακριβά  -λες και δεν έγινε προϋπολογισμός κατά τη διάρκεια της μακράς προετοιμασίας της-. 
Ποτέ μαινόμενος από εφεύρεση, ο διευθυντής της CIA, John Brennan, ισχυρίζεται εν τω μεταξύ ότι η Ρωσία ετοιμάζεται να εγκαταλείψει τον πρόεδρο αλ-Άσσαντ, παρότι που ο πρόεδρος Πούτιν χλεύασε αυτή την αυτο-πειθώ μερικές ημέρες νωρίτερα, στον Όμιλο Βαλντέι.

Στη Γαλλία, η επανάσταση κερδίζει την πολιτική τάξη. 
Οι τέσσερις βασικοί ηγέτες της δεξιάς, Ντομινίκ ντε Βιλπέν, Φρανσουά Φιγιόν, Αλέν Ζιπέ, Νικολά Σαρκοζί δήλωσαν, ο καθένας από τη πλευρά του, ότι είναι παράλογο να αποξενωθεί η Ρωσία και να μην αναγνωριστεί η ήττα στη Συρία. 
Ωστόσο, ο Ζιπέ, ο οποίος έπαιξε κεντρικό ρόλο στην αρχή του πολέμου, συμπεριλαμβανομένης της υπογραφής μιας μυστικής συνθήκης με την Τουρκία, συνεχίζει να διατηρεί τον στόχο της ανατροπής της Αραβικής Δημοκρατίας της Συρίας, αργότερα. 
Στην αριστερά, ορισμένοι ηγέτες σχεδιάζουν μελλοντικές επισκέψεις στη Δαμασκό.
Ο πανικός ενώπιον των αναμενόμενων αλλαγών είναι στην ουσία γενικός.
Αν ο Νικολά Σαρκοζί έσπευσε προς τον Πρόεδρο Πούτιν, ο Γερμανός αντι-καγκελάριος, Gabriel Sigmard επίσης [15].
Πρότεινε να κλείσουν οι διαφορές και οι πικρίες του παρελθόντος και να ανανεωθεί ο διάλογος με τη Ρωσία. 
Καιρός ήτανε.

Μετάφραση Κριστιάν Άκκυριά.

Τιερί Μεϊσάν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου