Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

ΕΜΕΙΣ ΩΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ, ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ Η ΗΓΕΣΙΑ ΜΑΣ, ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ


Ένα παρά φύσιν ομοσπονδιακό μοντέλο για την Κύπρο


Η κυπριακή υπόθεση είναι δυστυχώς μια ιστορία που επαναλαμβάνεται ως μια διαρκής τραγωδία, στην οποία εκείνοι που υφίστανται το διαρκές άδικο με τη θέλησή τους, δηλαδή τη βούλησή τους, μετατρέπουν την τραγωδία σε ιλαροτραγωδία ή φάρσα, που επαναλαμβάνεται απειλώντας την επιβίωση του Ελληνισμού της Κύπρου

Κράτος δικαίου σημαίνει εν προκειμένω την πεμπτουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος σε όλο τον δυτικό κόσμο, που αναφέρεται στην προστασία των ατομικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα από τη διάκριση των εξουσιών


Οι πιο κλασικές ομοσπονδιακές δομές στον κόσμο είναι δημοκρατικές, που σημαίνει ότι η κεντρική ομοσπονδία και τα όργανά της ψηφίζονται από το σύνολο του λαού με βάση την αρχή του ένας άνθρωπος - μία ψήφος, έτσι ώστε να οικοδομηθεί και το ενιαίο πολιτικό σύνολο ενός λαού, ο οποίος συναντάται σε ιδεολογικό ή κοσμοθεωρητικό περιεχόμενο, όπου οι άνθρωποι και οι πολιτικές δυνάμεις ανταγωνίζονται όχι με βάση θρησκευτικές, εθνικές ή φυλετικές διαφορές και διαφοροποιήσεις, αλλά με βάση τις κοσμοθεωρητικές αντιθέσεις και διαφορές, οι οποίες συμβαίνουν στο πλαίσιο του δημοκρατικού παιχνιδιού μιας αντίθεσης και αντιπαράθεσης, που οδηγεί στη σύνθεση της επιλογής των κατά προτίμηση αρίστων πολιτών και όχι ομοθρήσκων ή ομοδόξων ή ομοεθνών.

Η πραγματικότητα των ομοσπονδιών στην Αμερική ή στη Γερμανία προβλέπει την ύπαρξη πολιτειών ή ομοσπόνδων κρατιδίων αντιστοίχως, τα οποία είναι πολιτικά, εκπαιδευτικά και πολιτιστικά αυτόνομα, διαθέτουν και στοιχειώδεις δυνάμεις ασφάλειας, αλλά το έθνος, δηλαδή ο πολιτικός λαός συναντάται στο επίπεδο της ομοσπονδιακής δομής, δηλαδή της πολιτικής εξουσίας, όπου οι πολίτες της χώρας ως ένας άνθρωπος - μία ψήφος ψηφίζουν για τον πρόεδρο της Αμερικής ή την καγκελάριο της Γερμανίας, ανεξαρτήτως του εάν είναι λευκός ή μαύρος, αλλά γιατί οι περισσότεροι ψήφισαν το Ρεπουμπλικανικό ή το Δημοκρατικό Κόμμα αντιστοίχως, από το οποίο ανεδείχθη ο πρόεδρος, ενώ ταυτόχρονα ψήφισαν και τη Βουλή των Αντιπροσώπων και πάλι επί τη βάσει της αρχής του ένας άνθρωπος - μία ψήφος.

Εάν ακολουθούσαν το διζωνικό - δικοινοτικό παράδειγμα της Κύπρου θα ψήφιζαν ες αεί οι μαύροι μαύρους και οι άσπροι άσπρους και θα είχαμε μια ομοσπονδιακή πολιτεία διχασμένη και διαρκώς συγκρουόμενη, ασταθή και ανασφαλή. Το ίδιο συμβαίνει και στη Γερμανία, όπου οι Γερμανοί ψήφισαν μια γυναίκα, την Άγκελα Μέρκελ, η οποία προερχόταν από το ανατολικό κομμάτι της Γερμανίας, καθόλου αγαπητό στους Δυτικογερμανούς, όπου εάν οι συνθήκες της κοινωνίας δεν ήσαν δημοκρατικά λειτουργικές, με την έννοια ακριβώς της ικανότητας του συστήματος να αποδέχεται τον άλλο και να τον ενσωματώνει, οι Γερμανοί ουδέποτε θα την ψήφιζαν, αλλά θα αναζητούσαν σταθερά έναν πολιτικό άνδρα που να προσιδιάζει αν όχι σε έναν βαθιά συντηρητικό Όττο φον Μπίσμαρκ, σε έναν νεότερης κοπής Κόνραντ Αντενάουερ.

Η κυπριακή υπόθεση είναι δυστυχώς μια ιστορία που επαναλαμβάνεται ως μια διαρκής τραγωδία, στην οποία εκείνοι που υφίστανται το διαρκές άδικο με τη θέλησή τους, δηλαδή τη βούλησή τους, μετατρέπουν την τραγωδία σε ιλαροτραγωδία ή φάρσα, που επαναλαμβάνεται απειλώντας την επιβίωση του Ελληνισμού της Κύπρου. Τούτο γιατί το πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση είναι διττό, αφού αφενός μεν ανεξαρτήτως των συμφωνιών που μπορούν να γίνουν, η Τουρκία διατηρεί και θα διατηρήσει πάντοτε δικαιώματα ελέγχου και επέμβασης και αυτή η δομημένη άσκηση επιρροής, που συντελείται και ενδυναμώνεται μέσα και από την κεντρική εξουσία της ομοσπονδιακής δομής του δικοινοτικού διζωνικού κράτους, θα μετατρέπει την Κύπρο σε ένα οιονεί προτεκτοράτο, δηλαδή σε μια επαρχία της Άγκυρας, η οποία για να λειτουργήσει θα προσαρμόζει την πολιτική της, υπαγόμενη στην βούληση του γειτονικού ηγεμόνα, ο οποίος θα είναι η Τουρκία.

Η τραγωδία της Κύπρου ή η εθνική αυτοματαίωση του Ελληνισμού, όρο που εύστοχα χρησιμοποιεί ο Γαβριήλ Μηνάς στο ομώνυμο βιβλίο του, συνίσταται επίσης και στο γεγονός πως τη διζωνικότητα και τη δικοινοτικότητα μπορεί να μην την εφηύραν, αλλά την υποστήριξαν και την υποστηρίζουν εδώ και δεκαετίες, όχι μόνο εντός Κύπρου, αλλά και διεθνώς, οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της Κύπρου, με βάση το αστείο επιχείρημα πως δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά ή δεν έχουμε άλλη επιλογή. Η επιλογή που είχε η Κύπρος ανέκαθεν και την οποία δεν προέβαλε ποτέ κατά τρόπο πειστικό ήταν η διεκδίκηση της απελευθέρωσης των κατεχομένων, της αποκατάστασης του status quo ante και της εμπέδωσης ενός συστήματος που να προβλέπει ακόμη και ομοσπονδιακή δομή, αλλά πάντοτε επί τη βάσει της δημοκρατικής αρχής και του κράτους δικαίου, που συνάδουν προς την ευρωπαϊκή ταυτότητα και την ιστορία της Κύπρου, δηλαδή τον πολιτισμό της.

Κράτος δικαίου σημαίνει εν προκειμένω την πεμπτουσία του δημοκρατικού πολιτεύματος σε όλο τον δυτικό κόσμο, που αναφέρεται στην προστασία των ατομικών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα από τη διάκριση των εξουσιών. Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία προβλέπει όλα εκείνα τα στοιχεία που διαιωνίζουν ένα δίπολο εξουσίας στην Κύπρο που δεν συναντάται ποτέ και πουθενά, παρά μόνο στην ικανότητα της Άγκυρας να ελέγχει τον χώρο της Κύπρου διά της κυριαρχίας στον Βορρά και της προσαρμογής του Νότου στις πολιτικές του Βορρά, δηλαδή στην τουρκική επικυριαρχία στον Νότο.
Η κεντρική πολιτική εξουσία της λεγόμενης ομοσπονδιακής δομής δεν θα ψηφίζεται από το σύνολο του πληθυσμού, αλλά από τις δύο κοινότητες κεχωρισμένα, έτσι ώστε να είναι δύο εξουσίες στην ίδια δομή, οι οποίες ανεξαρτήτως αριθμητικής υπεροχής του ενός έναντι του άλλου, θα υποχρεούνται σε ομοφωνία ουσιαστικά στα σοβαρά ζητήματα της χώρας. Αυτή η υποχρέωση της ομοφωνίας μετατρέπει την πλειοψηφία του πληθυσμού, δηλαδή τους Έλληνες, σε διαρκή όμηρο της τουρκικής κοινότητας, δηλαδή της Άγκυρας. Το σημαντικότερο όμως όλων συνίσταται πέραν τούτων, τα οποία είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της Κύπρου και του κράτους ως στοιχειωδώς ανεξάρτητου, στο γεγονός πως οι δύο κοινότητες θα διάγουν βίους παράλληλους και δεν θα μπορέσουν ποτέ να συναντηθούν ώστε να οικοδομήσουν αυτό που είναι βασική προϋπόθεση για την επιβίωση των κρατών, και που είναι ο πολιτικός λαός.

Το πρόβλημα λοιπόν του διαχωρισμού, που συνίσταται στο θεσμικό και εδαφικό εν τέλει πλαίσιο, αναφέρεται στο γεγονός της θεσμικής συνταγματικής πρόβλεψης μιας πολυεπίπεδης διαιώνισής του σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας του κράτους. Αυτό πώς θα αποτυπωθεί στην πραγματικότητα την επομένη της λύσης σύμφωνα με την αντίληψη αυτή; Θα υπάρξει μια εν τοις πράγμασι διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, την οποία η ηγεσία της χώρας θα φροντίζει να την ονομάζει μετεξέλιξη, η οποία διάλυση θα οδηγήσει στη σύσταση ενός ομοσπονδιακού, διζωνικού, δικοινοτικού κράτους.
Με την πρώτη εμπλοκή στην κεντρική εξουσία, η οποία θα έρθει σχεδόν νομοτελειακά, εκτός εάν αποφασίσει ο ελληνικός νότος να γίνει προτεκτοράτο ή επαρχία της Άγκυρας, θα διαλυθεί αυτό το σχήμα και θα μετεξελιχθεί σε δύο κράτη, την «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», που θα είναι ανεξάρτητο πλέον κράτος, στηριζόμενο από την Τουρκία, και την Κυπριακή Δημοκρατία του Νότου, που θα αγωνίζεται να βρει τρόπο διεθνούς αναγνώρισής της ως ανεξάρτητης κρατικής οντότητας.
Συνεπώς, ενώ σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία ως υποκείμενο διεθνούς δικαίου υφίσταται διεθνώς ως ο μοναδικός εκπρόσωπος της Κύπρου και ουδείς δύναται να την καταργήσει, εκτός εάν αυτοκαταργηθούμε σε μια στιγμή αυτοκτονικού συνδρόμου, θα μετατραπούμε σε μια περιπλανώμενη πλέον πολιτική οντότητα, η οποία θα αναζητεί στέγη και προστασία σε εκείνους, οι οποίοι μας έσπρωξαν σήμερα στο απονενοημένο διάβημα μιας εξαιρετικά επισφαλούς λύσης, χωρίς καμία σιγουριά για το μέλλον αυτού του κρατιδίου που θα αποτελεί υπόλοιπο μιας πάλαι ποτέ κρατικής οντότητας, που είχε διεθνή παρουσία και συμμετείχε ισότιμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε πως οι κίνδυνοι δεν θα έρθουν μόνο με τη διάλυση, όπου το κράτος δεν ξέρουμε πώς θα υπάρχει και τι αναγνώριση θα έχει, αλλά και στη μεταβατική φάση της ύπαρξης της κυπριακής διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδιακής δημοκρατίας, όπου η μετακίνηση πληθυσμών από τον Βορρά στον Νότο και δη ισλαμιστών θα είναι σχεδόν νόμιμη, ο πληθυσμός του νησιού θα έχει ήδη αλλάξει υπέρ των τουρκικών βλέψεων και εμείς θα επιβεβαιώσουμε το Σχέδιο Νιχάτ Ερίμ του 1956, στο οποίο έκτοτε υπογραμμιζόταν πως η Κύπρος έχει μια ελληνική πλειοψηφία, η οποία υπάγεται στην τουρκική ενδοχώρα και ως τέτοια είναι μια μικρή μειοψηφία μπροστά στα δεκάδες εκατομμύρια Τούρκων της ηπειρωτικής Τουρκίας.
Ας μην ξεχνάμε πως το ίδιο έγινε στην Αλεξανδρέττα το 1938, όπου η Τουρκία ως εγγυήτρια δύναμη του σαντζακίου φρόντισε στο ενδιάμεσο διάστημα μέχρι την ανεξαρτητοποίηση και ένωση της Αλεξανδρέττας με τη Συρία, της οποίας ιστορικά υπήρξε αναπόσπαστο τμήμα, να αλλοιώσει σε ένα χρόνο τον πληθυσμό, μεταφέροντας Τούρκους εποίκους από την ενδοχώρα, μετατρέποντας την πληθυσμιακή αναλογία του 60 - 40 υπέρ των Αράβων, σε 60 - 40 υπέρ των Τούρκων, όπου και διεξήγαγε αμέσως δημοψήφισμα με το ερώτημα της ένωσης με την Τουρκία και μετέτρεψε αμέσως την Αλεξανδρέττα σε τουρκική επαρχία μέχρι και σήμερα.

Εμείς ως Ελληνισμός, και κυρίως η ηγεσία μας, δεν διδασκόμαστε από την ιστορία μας. Το γεγονός δηλαδή ότι δεν διδασκόμαστε μάς οδηγεί σε επανάληψη λαθών, που έχουν πολλές φορές καταστροφικές συνέπειες μικρού ή μεγάλου βεληνεκούς για την πορεία μας, την ιστορία και το κύρος μας ως κράτους και ως εθνικής υπόθεσης. Το 1955 ο Ελληνισμός των 120.000 εξεδιώχθη από την Κωνσταντινούπολη με βιαιοπραγίες απίστευτης επιθετικής συμπεριφοράς του κράτους και όχι μόνο του όχλου, η Αθήνα δεν αντέδρασε, δεν προέβη σε αντίποινα ως όφειλε από τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και αυτό επέτρεψε στην Τουρκία να επαναλάβει τους βανδαλισμούς και τις βιαιοπραγίες εις βάρος των Ελλήνων της Πόλης (αυτών που απέμειναν), των αυτοδιοικούμενων από τον Ελληνισμό περιοχών της Ίμβρου και της Τενέδου και να τους οδηγήσει όλους εν τέλει σε έξοδο από τη Μικρά Ασία, τουρκοποιώντας και τις τελευταίες νησίδες Ελληνισμού στην πάλαι ποτέ γλυκιά ελληνική Ιωνία.

Τώρα ήρθε η ώρα να παραδώσουμε την Κύπρο και ενώ όλοι προειδοποιούμε για τις κακοτοπιές και το ναρκοπέδιο που υπάρχει ενώπιόν μας, η ηγεσία αρκείται στις διαβεβαιώσεις των ξένων, οι οποίοι φυσικά ενδιαφέρονται για τα δικά τους συμφέροντα και όχι για το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού της Κύπρου. Δεν χρηματοδοτούν τις ΜΚΟ στην Κύπρο για αυτές τις περίεργες συναντήσεις «to know us better»!, αλλά ακριβώς τους ενδιαφέρει στην επόμενη φάση να είναι παρόντες ως συμφέροντα των κρατών τους σε αυτό τον δεύτερο Λίβανο, που ετοιμάζουν για την οικοδόμηση του κράτους των πολλών συμφερόντων και επιρροών. Η εμπέδωση του τουρκικού ελέγχου της Κύπρου, με διαρκώς μειούμενη την ελληνική επιρροή και παρουσία, θα αλλάξει τον ρουν της ιστορίας της 3.000 χρόνια μετά, αφού άντεξε όλες αυτές τις χιλιετηρίδες ούσα υπό κατοχή και κράτησε την ελληνική της ταυτότητα.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου
-

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου