Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

<<Πώς η ελληνική συμφωνία θα μπορούσε να καταστρέψει το ευρώ>>

Αν και η συμφωνία χρηματοδότησης της Ελλάδας της 13ης Ιουλίου παρουσιάστηκε ως ένα βήμα που επιτεύχθηκε την τελευταία στιγμή πριν από το χείλος του γκρεμού, ωστόσο η απειλή μιας «προσωρινής εξόδους» από το ευρώ που πρότεινε ο γερμανικός κυβερνητικός συνασπισμός έχει ταράξει τα θεμέλια του ευρώ με τρόπο πολύ πιο θεμελιώδη απ' όσο κανείς μπορεί να πιστεύει.
Όπως σημειώνει σε άρθρο της στους «New York Times» η Shahin Vallee, πρώην σύμβουλος του γαλλικού υπουργείου Οικονομικών και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, αυτή η πρόταση έχει υπονομεύσει τη γαλλο-γερμανική συνεργασία σε οικονομικά θέματα, έχει κάνει το ενιαίο νόμισμα να φαίνεται πολιτικά ανυπεράσπιστο στη Γαλλία και έχει αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο της εξόδου από το ευρώ σε όλη τη νομισματική ένωση.
Με λίγα λόγια, η προοπτική του Grexit σήμερα έχει κάνει μια έξοδο της Γαλλίας ή ακόμη και της Γερμανίας κάποια στιγμή στο μέλλον περισσότερο πιθανή.
Αυτές οι εντάσεις, επισημαίνεται, δεν είναι καινούργιες.
Η Γερμανία πάντα θεωρούσε το ευρώ έναν βελτιωμένο μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών που χτίστηκε γύρω από το γερμανικό μάρκο και η Γαλλία είχε ασαφείς, αλλά τολμηρές φιλοδοξίες ενός πραγματικού διεθνούς νομίσματος που θα μπορούσε να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικής του Κέινς.
Αυτές οι βασικές διαφορές είχαν συγκαλυφθεί κατά την εισαγωγή του ευρώ, διότι τόσο ο Francois Mitterand και ο Helmut Kohl συμφώνησαν ότι το ενιαίο νόμισμα θα έπρεπε πρώτα και κύρια να εξυπηρετεί τον μεγαλύτερο στόχο, την πολιτική ολοκλήρωση της Ευρώπης.
Από το 2010, αυτή η εποικοδομητική ασάφεια και ο τελικός στόχος της περαιτέρω πολιτικής ολοκλήρωσης είχε λίγο – πολύ διατηρηθεί.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του τελευταίου γύρου των διαπραγματεύσεων για την Ελλάδα χάλασε και μαζί και η… κόλλα που κρατούσε τη Γαλλία και τη Γερμανία τόσο στενά δεσμευμένες στο ευρώ και την οικοδόμησή του.
Με την επιβολή περαιτέρω κοινωνικά επιθετικής δημοσιονομικής προσαρμογής, η πρόσφατη συμφωνία επιβεβαίωσε τους φόβους σχετικά με την Αριστερά, ότι η Ε.Ε. θα μπορούσε να επιλέξει να επιβάλλει ένα συγκεκριμένο είδος νεοφιλελεύθερου συντηρητισμού και αν ήταν αναγκαίο, με κάθε τρόπο.
Στην πράξη, χρησιμοποίησε κάτι που μοιάζει με οικονομικό εμπάργκο, ακόμη πιο βίαιο από τις κυρώσεις που επέβαλε στη Ρωσία μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, ώστε να προκαλέσει είτε την αλλαγή καθεστώτος είτε μια συνθηκολόγηση της Ελλάδας, επιτυγχάνοντας τελικά το τελευταίο.
Με τις πράξεις της η Γερμανία δημιούργησε ένα ευρύτερο πολιτικό θέμα σχετικά με τη διακυβέρνηση του ευρώ, ουσιαστικά απέδειξε ότι ορισμένες δημοκρατίες είναι πιο ίσες έναντι άλλων.
Με αυτό τον τρόπο, με τη συμφωνία επιδιώκεται να αφαιρεθεί η πολιτική και η κρίση από τη λειτουργία της νομισματικής ένωσης, μια ιδέα που ήταν αγαπητή για μεγάλο διάστημα από τη Γαλλία.
Οι διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην ελληνική συμφωνία κατέστρεψαν επίσης την εποικοδομητική ασάφεια που δημιουργήθηκε από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, καθιστώντας απολύτως σαφές ότι η Γερμανία είναι διατεθειμένη να ακρωτηριάσει και εξαλείψει ένα από τα μέλη της, αντί να προβεί σε παραχωρήσεις.
Η Γερμανία φαίνεται να πιστεύει ότι το ενιαίο νόμισμα θα πρέπει να είναι ένα σταθερό καθεστώς συναλλαγματικών ισοτιμιών ή να μην υπάρχει καθόλου στην τρέχουσα μορφή του, ακόμη και αν αυτό σημαίνει την εγκατάλειψη του όλου σχεδίου της πολιτικής ολοκλήρωσης που είχε πάντα ως στόχο να εξυπηρετήσει.
Τέλος, και ίσως το πιο σημαντικό, η Γερμανία σηματοδότησε στη Γαλλία ότι ήταν διατεθειμένη να προχωρήσει μόνη της και να λάβει μια σαφή αντιφατική στάση σε ένα κρίσιμο πολιτικό ζήτημα.
Αυτή η δυναμική στάση και τα διάφορα ταμπού που έσπασε, αποκαλύπτουν ότι η νομισματική ένωση που θέλει η Γερμανία είναι πιθανώς ριζικά ασυμβίβαστη με αυτήν που η γαλλική ελίτ επιθυμεί.
Η επιλογή θα είναι σύντομα αν η Γερμανία μπορεί να χτίσει το ευρώ που θέλει με τη Γαλλία ή αν το κοινό νόμισμα καταρρέει.
Η Γερμανία θα μπορούσε αναμφίβολα να οικοδομήσει μια πολύ επιτυχημένη νομισματική ένωση με τις χώρες της Βαλτικής, την Ολλανδία και μερικά άλλα κράτη, όμως πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ποτέ δεν θα οικοδομηθεί μια οικονομικά επιτυχημένη και πολιτικά σταθερή νομισματική ένωση, χωρίς τη Γαλλία και την υπόλοιπη Ευρώπη με αυτούς τους όρους.
Μακροπρόθεσμα, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία, για να αναφέρουμε μόνο μερικές χώρες, δεν θα λάμβαναν μέρος σε μια τέτοια ένωση, όχι επειδή δεν θα μπορούσαν, αλλά επειδή δεν θα το ήθελαν.
Το συνολικό ΑΕΠ αυτών των χωρών, όπως και ο πληθυσμός τους είναι διπλάσιος της Γερμανίας: εν τέλει, η αντιπαράθεση είναι αναπόφευκτη.
Αυτή η θλιβερή κατάσταση δεν έχει προκληθεί μόνον από τη Γερμανία.
Σε μεγάλο βαθμό, ξεκίνησε εξαιτίας της ρομαντικής και κάπως αφελούς άποψης της Γαλλίας για τη νομισματική ένωση και εμβάθυνε λόγω της πολιτικής απουσίας της Γαλλίας από τις ευρωπαϊκές υποθέσεις από την έναρξη της κρίσης, ενώ συντέθηκε από το τραυματικό σοκ που προκάλεσε η χρηματοπιστωτική κρίση στις γαλλικές τράπεζες και τα κρατικά ομόλογα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2011, κάτι που απογύμνωσε την οικονομική εξασθένιση που συνεχίζει να υπονομεύει την αυτοπεποίθησή της Γαλλίας.
Εν τω μεταξύ, η Γερμανία έχει δημιουργήσει μια πολιτικά και ηθικά συνεπή αφήγηση που κρύβει ένα οικονομικά παραπλανητικό όραμα, το οποίο βασίζεται στην ιδέα ότι η τήρηση των κανόνων και μόνον μπορεί να δημιουργήσει ευημερία και σταθερότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της.
Η ρητορική αυτή έχει την ευρεία υποστήριξη του γερμανικού πολιτικού φάσματος και τη σαφή υποστήριξη του γερμανικού κοινού.
Η Γαλλία δεν έχει ακόμη ξεπεράσει πλήρως στην τάση του να θέσει πρώτα τη γαλλική κυριαρχία και τη λήψη αποφάσεων και έχει αποτύχει να αρθρώσει το δικό της μετα-Μάαστριχτ όραμα μιας ευημερούσας νομισματικής ένωσης, που υποστηρίζεται από έναν ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, από μια πραγματική ευρωπαϊκή εκτελεστική εξουσία και που θα νομιμοποιείται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Παρά την πρόσφατη έκκληση του προέδρου Φρανσουά Ολάντ για την αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών, η πρόοδος είναι μάλλον απίθανη.
Αυτό συμβαίνει διότι η γαλλική ελίτ δεν είναι πλέον σε θέση να πείσουν τους πολίτες για τα πλεονεκτήματα των σημερινών οικονομικών πολιτικών της Ένωσης εν γένει και προς την Ελλάδα ειδικότερα.
Επίσης είναι πολύ διαιρεμένη για να προτείνουν ένα κοινό όραμα, πολύ αποπροσανατολισμένη να αμφισβητήσει τη γερμανική αφήγηση και πολύ φοβισμένη για να αρχίσει τη δημιουργία συμμαχιών με χώρες ομοϊδεάτες, όπως η Ιταλία και η Ισπανία.
Αυτός ο δυστυχισμένος γάμος θα μπορούσε να διαρκέσει για χρόνια, αλλά θα αυξήσει σημαντικά τις πιθανότητες να έρθουν στην εξουσία μη κατεστημένα κόμματα σε ολόκληρη την Ευρώπη, διότι γενικά οι ηγέτες δεν μπορούν πλέον να διαψεύσουν τον ισχυρισμό ότι το ευρώ ως έχει, έχει γίνει τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά καταστροφικό.
Αυτό θα αναγκάσει όλα τα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των φιλο-ευρωπαϊκών, να συμμετάσχουν σε μια συζήτηση σχετικά με τα πιθανά πλεονεκτήματα της εξόδου από το κοινό νόμισμα και θα ενθαρρύνει τις πολιτικές τοποθετήσεις, ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου υπάρχει ένα υπόγειο ρεύμα γερμανοφοβίας, που είναι εύκολο να αναζωπυρώσει.
Ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στην Ελλάδα τώρα, η συμφωνία της 13ης Ιουλίου έχει γίνει η προοπτική της μελλοντικής διάλυσης του ευρώ είναι πολύ πιο πιθανό.
Το ερώτημα είναι κατά πόσον θα λάβει τη μορφή μιας ομαλής αναχώρησης από τη Γερμανία ή μιας παρατεταμένης και οικονομικά πιο καταστροφικής εξόδου της Γαλλίας και των χωρών της νοτίου Ευρώπης.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου