Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

<<Το ελληνικό ζήτημα και οι ευρύτερες προεκτάσεις>>


Τα τελευταία πέντε χρόνια η Ελλάδα βιώνει μια πρωτοφανή κοινωνικοοικονομική, αξιακή και πολιτική κρίση.  Ήταν αναμενόμενο να αντιδράσει η ελληνική κοινωνία και να προσπαθήσει να διαφοροποιήσει τα δεδομένα. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ακόμα και ανάμεσα στους δύσπιστους, ότι η οικονομική φιλοσοφία και πολιτική της Τρόικα απέτυχε.  Όμως με αφορμή τα τελευταία γεγονότα που οδήγησαν στο δημοψήφισμα καθώς και το αποτέλεσμα του, επιχειρείται μια προσπάθεια δαιμονοποίησης, συντριβής και ταπείνωσης της Ελλάδας.

Τις μέρες αυτές, και ενώ γράφεται το κείμενο αυτό πριν τη λήξη της τελευταίας προθεσμίας του Eurogroup, το ενδεχόμενο Grexit, το οποίο συζητείται τους τελευταίους μήνες, πραγματικά επικρέμεται πάνω από την Ελλάδα αλλά και την ΕΕ.  Όμως το ζητούμενο έπρεπε να ήταν τι πραγματικά μπορεί να οδηγήσει την Ελλάδα έξω από την κρίση και στην πολυπόθητη ανάκαμψη.  Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων, περιλαμβανομένου και του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, παραμένει προσηλωμένη στην παραμονή στην Ευρωζώνη.  Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό όμως ότι τους κανόνες στην Ευρωζώνη δεν τους καθορίζει η Ελλάδα.  Και τα υφιστάμενα δεδομένα είναι τέτοια που διαιωνίζουν την ελληνική κρίση αλλά και την αρνητική ψυχολογία στην Ευρωζώνη.

Προφανώς το ελληνικό ζήτημα έχει ευρύτερες και βαθειές προεκτάσεις οι οποίες, πέραν των σημαντικότατων γεωπολιτικών διαστάσεων, αγγίζουν ολόκληρο το οικοδόμημα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης καθώς και τη διεθνή οικονομία.  Η υφιστάμενη αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης είναι προβληματική και αναπαράγει κρίσεις.  Μεταξύ άλλων, πέραν της απουσίας αυτομάτων σταθεροποιητών και αντί τούτων της ύπαρξης αυτόματων αποσταθεροποιητών, ένας βασικός πυλώνας της λειτουργίας του όλου συστήματος είναι η ακλόνητη πίστη ότι οι αγορές πάντοτε οδηγούν σε επιθυμητά και θετικά αποτελέσματα.  Τα ούτω καλούμενα σταθεροποιητικά προγράμματα έχουν ως στόχο να παραμερίσουν τις οποιεσδήποτε στρεβλώσεις έχει δημιουργήσει ο κρατικός παρεμβατισμός ή ακόμα και το χρηματοπιστωτικό σύστημα και οι συνταγές επικεντρώνονται στην αυστηρή λιτότητα.  Ούτε δίδεται ο απαιτούμενος χρόνος σε μια χώρα για να ομαλοποιήσει και να εξορθολογήσει συγκεκριμένες καταστάσεις.  Μοιραίως σε οποιαδήποτε συμφωνία καταλήξει η Ελλάδα με τους Δανειστές με βάση την υφιστάμενη οικονομική φιλοσοφία η έξοδος από τη κρίση θα είναι εξαιρετικά δύσκολη έως αδύνατη.

Στο δημοψήφισμα ο ελληνικός λαός παρά τις έξωθεν παρεμβάσεις και το κλίμα φόβου απέρριψε ξεκάθαρα τη φιλοσοφία της σκληρής λιτότητας. Προφανώς το αποτέλεσμα αυτό έχει ευρύτερες ευρωπαϊκές διαστάσεις.  Ιδανικά μια Συμφωνία πρέπει να έχει αναπτυξιακό χαρακτήρα και να εμπεριέχει απομείωση και ανασυγκρότηση του χρέους.  Μια τέτοια εξέλιξη όμως είναι απομακρυσμένη. 

Η ελληνική κυβέρνηση θα βρεθεί σε μια εξαιρετική δύσκολη θέση εάν η αναμενόμενη συμφωνία θεωρηθεί ως υφεσιακή και πιο οδυνηρή από ό, τι θα μπορούσε να εξασφαλισθεί πριν λίγους μήνες. Τυχόν αποδοχή της θα αποτελεί αυτοαναίρεση.  Από την άλλη λαμβάνοντας υπ’ όψιν την προσήλωση στο ευρώ η χώρα στερείται επιλογών οικονομικής πολιτικής που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη χώρα μακριά από την υφιστάμενη καταθλιπτική κατάσταση. Δεν υπάρχει ιστορικό προηγούμενο που μια χώρα έχει εξέλθει από μια τέτοια βαθειά κρίση με πολιτικές αυστηρής λιτότητας.  Παρά ταύτα είναι αμφίβολο κατά πόσον η κυβέρνηση Τσίπρα θα τολμήσει την εναλλακτική πρόταση η οποία θα περιλαμβάνει την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος και προσωρινή έξοδο από την Ευρωζώνη ή ακόμα και παράλληλου νομίσματος εντός Ευρωζώνης.  Υπογραμμίζεται επίσης ότι το αποτέλεσμα μιας συγκροτημένης (προσωρινής) εξόδου από την Ευρωζώνη είναι πολύ διαφορετικό από ενδεχομένη άτακτη κατάρρευση. Ως εκ τούτου η χώρα πρέπει να είναι έτοιμη για όλα τα ενδεχόμενα.

Η ηγεμονική Γερμανία και η ΕΕ γενικότερα είναι ενοχλημένες από την όλη στάση της ελληνικής κυβέρνησης καθώς και του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος. Όμως θα πρέπει να επαναξιολογήσουν τη μέχρι τώρα ακολουθούμενη πολιτική τους.  Δεν είναι μόνο ο σεβασμός της δημοκρατίας.  Είναι επίσης και η απάντηση στο ερώτημα τι οδηγεί στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και της επανόδου της ομαλότητας στους κόλπους της ΕΕ.  Ταυτόχρονα θα πρέπει να αντιληφθούν τη σημασία που αποδίδουν οι ΗΠΑ στα γεωπολιτικά δεδομένα και στη συγκεκριμένη περίπτωση τη στήριξη της Ελλάδας.

*Ο Ανδρέας Θεοφάνους είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και Πρόεδρος του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου