Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

<<Η σκιώδης Τουρκία, ο πανταχού παρών ‘Αιντα και το δήθεν>>

 

ΤΟΥ ΚΡΕΣΕΝΤΣΙΟ ΣΑΝΤΖΙΛΙΟ
Ελληνιστής
Ντε Σότο, Ντάουνερ, Άιντα: Τρία πιόνια στην ιστορική πλέον σκακιέρα των ΗΠΑ, της Τουρκίας, του ΟΗΕ και της Ε.Ε. πραγματευτές ενός σχεδίου προ πολλού επεξεργασμένου για την εξασφάλιση πολιτικής, γεωστρατηγικής και οικονομικής εξουσίας και υπεροχής στην ‘Αγκυρα, σε δυο νευραλγικές περιοχές της ανατολικής Μεσογείου όπως είναι η Κύπρος, που εδώ μας ενδιαφέρει άμεσα, και η Ελλάδα, κατ’ επέκταση.
Από τους τρεις, σήμερα, ο Έσπεν Μπαρθ Άϊντα οργανώνει με περίσσιο ζήλο την τρίτη “επιχείρηση Κύπρος” μέσα στα τελευταία 11 χρόνια! Πάλι το ίδιο πολυδύναμο σχέδιο η επιτυχία του οποίου “παράγει” όχι μόνο την οικονομική εξουθένωση (που σε κάθε περίπτωση ήδη βιώνεται από το 2013 και μάλλον θα ενταθεί στο μέλλον αν δεν υπάρξει κάποια σωτήρια αντίδραση), αλλά και την ιστορική, εθνοτική και εθνική εκμηδένιση της χώρας όπερ και εμπεριέχει και την πολιτική υποταγή ή, στη καλύτερη περίπτωση, μια ανυπέρβλητη αδυναμία υπεράσπισης βασικών συμφερόντων.
Όσον αφορά στη σχέση Αναστασιάδη-Άιντα, πρόκειται στην ουσία για δυο παράλληλους δρόμους της “μη δημιουργικής ασάφειας” όπου υποβόσκει η καλά καμουφλαρισμένη έλξη προς την Τουρκία και η εξίσου αποκρυμμένη επιβολή των ΗΠΑ και της ΕΕ, με το αζημίωτο για αμφότερους και με μια μόνο διαφορά: ο πρώτος μπορεί να κατηγορηθεί εκούσια ή ακούσια(!) ως προδότης της πατρίδας, ενώ ο δεύτερος απλά κάνει τη δουλειά του, αν και, ίσως, μερικές φορές υπερβαίνει τα όρια που του έχουν ανατεθεί ακολουθώντας το, σοφό γι’ αυτόν, ρητό: “δάσκαλε που δίδασκες…”, ένα “πρόγραμμα” πολύ βολικό στην ορισμένη περίπτωση και ανεκτό από τους ενδιαφερόμενους εντολείς του.
Δεν πιστεύω ότι ο Αναστασιάδης δεν μη καταλαβαίνει το παιχνίδι του Άιντα. Αλλά είναι φανερό πως βασίζεται σε μια δραματική κατάσταση μιθριδατισμού που δημιούργησε στον ελληνοκυπριακό λαό ο προηγούμενος Πρόεδρος (ο οποίος, σε μια ευνομούμενη χώρα θα περνούσε οπωσδήποτε από δίκη, όπως και στην Ελλάδα οι διάφοροι Σημίτης και ΓΑΠ) και που ο ίδιος ο Αναστασιάδης συνεχίζει και προσπαθεί να “τελειοποιήσει”. Δυο Πρόεδροι μοιραίοι και ολέθριοι, και όχι μόνο για τους αφελείς πολίτες που τους έχουν πιστέψει.
Έτσι λοιπόν:
1) Από τη μια μεριά, η πληροφόρηση του κυπριακού λαού είναι όχι μόνο ελλειπής, αλλά και παραπλανητική: εξουδετερώνει την επαγρύπνηση και την εγρήγορση και τελικά σπέρνει αμφισημίες, κούραση και αδιαφορία, και
2). Από την άλλη, επιτρέπει στον Άιντα να ενεργεί ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο ή τουλάχιστον κάποιον ενημερωμένο και διαυγή κριτικό.
Επόμενο είναι να ανακαλύπτουμε συχνά-πυκνά “αντιφάσεις” στις πράξεις και στα λόγια του, ηθελημένες διαφοροποιήσεις. Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι ο ίδιος ο Άιντα δεν αγνοεί καθόλου εκείνα που έγραψε και είπε στο παρελθόν μέσα από τα έργα του, προσωπικά ή συλλογικά: πολύ πεζά ξέρει πως όλα εκείνα έγιναν και είναι “ακαδημαϊκά” και ως τοιούτα παραμένουν αφού υποσκελίζονται από επιταγές, σχέδια και απαιτήσεις νέων πραγματικοτήτων που πρέπει να επιβληθούν για τη διαμόρφωση της νέας γεωγραφικής και εθνικής διευθέτησης και τάξης στη περιοχή.
Οπότε το “άλλα γράφει κι άλλα λέει κι άλλα κάνει” είναι η condicio sine qua non για την επίτευξη αυτής της τάξης την οποία ο Άιντα, σαν καλοκουρδισμένο και αδρά αμειβόμενο γρανάζι, υπηρετεί και εκτελεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο δίνοντας και την εντύπωση πως οι άλλοι είναι βλάκες που δεν θέλουν να καταλάβουν όταν στη πραγματικότητα δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να ενδίδουν ποικιλοτρόπως εξαγορασμένοι και δεν διαθέτουν το πρέπον ανάστημα για να εναντιωθούν, έστω και με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής
Μετά απ’ όλα αυτά, πάντως, διερωτώμαι ποιες μπορεί να είναι οι σχέσεις μεταξύ του Άιντα και της τουρκικής ηγεσίας, το ίδιο όπως στο παρελθόν με τους Ντε Σότο και Ντάουνερ. Είναι φανερό πως και τους τρεις “καλοθελητές” χαρακτηρίζει ένας κοινός παρονομαστής: ακριβώς αυτές οι “σχέσεις”! Και έχω τη γνώμη πως υπάρχει ένα σταθερό παρασκήνιο που ενώνει τις διαδρομές των τριών με τη Τουρκία υπό τις ευλογίες των ΗΠΑ και του ΟΗΕ, ένα παρασκήνιο που η τουρκική διπλωματία κατόρθωσε να στήσει και να συντηρεί επιδεικνύοντας ιδιαίτερες στρατηγικές και τακτικές ικανότητες. Και τότε στο πλαίσιο αυτού του παρασκηνίου, μέσα στο γενικό “πρόσταγμα” του “σχεδίου” οι εκάστοτε “διαπραγματευτές” λειτουργούν όχι μόνο για την ατομική δόξα και σταδιοδρομία (που έτσι κι αλλιώς διαγράφεται λαμπρή), αλλά και σαν ένα είδος εκτέλεσης “συμβολαίου” μαφιόζικου τύπου, με υλικά οφέλη που ίσως (πολύ) αργότερα θα μπορούν να εμφανιστούν όταν πια κανείς δεν θα το περιμένει (ο χρόνος: το μεγάλο χωνευτήρι!) και εφόσον υπάρξει κάποια έρευνα. Πάντως, πολύ αργά για οτιδήποτε!
Δεν ξέρω αν, όπως λέει ο κ. Κώστας Βενιζέλος, ο Άιντα “πειραματίζεται” με σκοπό την “εκπλήρωση προσωπικών φιλοδοξιών του” ακολουθώντας την “πεπατημένη” των άλλων διαμεσολαβητών, εκούσια αγνοώντας τη θέση της Τουρκίας που παρουσιάζεται αθώα σαν “τρίτο μέρος”, μη άμεσα εμπλεκόμενο, και “ξεχνώντας” ότι αντικειμενικά η ίδια η Τουρκία είναι η άμεση αιτία της κατάστασης που διαμορφώθηκε με την κατοχή του 38% του κυπριακού εδάφους, ασφαλώς τώρα τούρκικο προγεφύρωμα, και βασικά η ίδια είναι το κυπριακό πρόβλημα.
Πείραμα ή όχι, πιστεύω πως η εκτίμηση και αξιολόγηση του κ. Βενιζέλου είναι ορθές. Οπότε το συμπέρασμα είναι ότι όλη αυτή η “ιστορία” (πραγματικό “ανατολικό ζήτημα”!) των “διαπραγματεύσεων” κινείται μέσα στη λανθασμένη λογική “γιατρεύουμε τα συμπτώματα χωρίς να γιατρέψουμε την αιτία”, με αποτέλεσμα όταν και εάν(!) έρθει η μέρα της “γιατρειάς” της αιτίας, βασικό ζητούμενο, τα “γιατρικά” των συμπτωμάτων να τιναχτούν όλα στον αέρα. Και η κατάσταση που θα δημιουργηθεί θα είναι κατάσταση άμεσης, η σχεδόν, κατάρρευσης των πάντων.  Άλλωστε αυτό δεν είναι εκείνο που περιμένουν και επιδιώκουν η Τουρκία, οι ΗΠΑ και η ΕΕ;!
Μπροστά σε αυτόν τον “οραματισμό” του κυπριακού “αρμαγεδώνα” η άκρα επικινδυνότητα του Άιντα βρίσκεται στο ότι “ταϊζει” με ψευδαισθήσεις την ελληνοκυπριακή πλευρά και τότε αλλοίμονο αν αυτές οι ψευδαισθήσεις μετατρέπονται ή εκλαμβάνονται ως βεβαιότητες.
Εν πάση περιπτώσει, στη Κύπρο, όπως άλλωστε και στην Ελλάδα, δυστυχώς προ πολλού οι “κυβερνήτες” έπαψαν να είναι στο ύψος των καταστάσεων και περιπτώσεων, πολύ περισσότερο αποσκοπώντας στην προσωπική τους ευδοκίμηση, παρά στη τύχη και μέλλον του Έθνους τους: ένα πολύ αξιόλογο ατού, αυτό, για τους “φίλους και συμμάχους και εταίρους” και, αντίστροφα, ένα τραγικό μειονέκτημα για τους λαούς που το ζουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου