Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2015

Υπάρχει ελπίδα;

Πωλ Μέισον, Τhe Guardian Βασικό θέμα της ναυαρχίδας του αστικού τύπου στην Ελλάδα, του διαβόητου ΔΟΛ, το τελευταίο διάστημα, είναι πως οι Ευρωπαίοι εταίροι νιώθουν καθόλα ευχαριστημένοι από τη συμπεριφορά της ελληνικής κυβέρνησης μετά τον Σεπτέμβριο. Δεν χάνουν, λέγεται, ευκαιρία να δηλώνουν πόσο παραγωγικότερη είναι η σχέση μεταξύ των δύο πλευρών, αν συγκριθεί με αυτή που είχαν διαμορφώσει οι προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις. Έκπληκτοι οι «δανειστές» παρακολουθούν την αποφασιστικότητα με την οποία ο Αλέξης Τσίπρας και οι συνεργάτες του έχουν αναλάβει την πλήρη και ακριβή υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, συμβαίνουν όλα αυτά που η ελληνική κυβέρνηση έχει εξελιχθεί, όπως σημειώνουν Τα Νέα, από μαύρο πρόβατο στον «καλύτερο εχθρό» του ευρωπαϊκού κατεστημένου.
Θα μπορούσε, βέβαια, να σκεφτεί κανείς πως Τα Νέα κλπ. έχουν τους δικούς τους λόγους να διαχέουν τέτοιες εικόνες. Έχουν τις στοχεύσεις τους, που αντιστοιχούν άμεσα στα συμφέροντα που διακονούν. Άρα, τα πράγματα μπορεί να μην είναι έτσι.
Η γνώμη μου είναι πως, παρόλο που αυτά τα λένε Τα Νέα, μπορεί να είναι και έτσι ακριβώς. Ο λόγος είναι πως η εξέλιξη των πραγμάτων από τον καλοκαιρινό ορυμαγδό και μετά είναι εξαιρετικά χρήσιμη στο ίδιο το ευρωπαϊκό κατεστημένο, στο μέτρο που η ελληνική έκβαση αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα πως και οι αναμφισβήτητοι «εχθροί» δεν μπορεί παρά, στο τέλος, να αποδέχονται μια πολιτική, που είναι σχεδόν «φυσική». Οι αμφισβητίες μπορούν να λένε όσα λόγια θέλουν -- στην πράξη θα κάνουν «αυτό που πρέπει». Κι αυτό συνιστά την πιο ισχυρή απόδειξη περί της φυσικότητας του νεοφιλελεύθερου μονόδρομου και δυναμιτίζει την προοπτική επανάληψης και ενδυνάμωσης αυτού που φάνηκε μέχρι λίγο καιρό πριν πως θα μπορούσε να είναι ο χειρότερος εχθρός του ευρωπαϊκού κατεστημένου. Νομίζω, μάλιστα, πως η πορεία των Ποδέμος περί αυτού ομιλεί με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο. Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή.
Αν ισχύει το παράθεμα του Πωλ Μέισον, στην αρχή του άρθρου, η χώρα μας υλοποιεί «ένα πρόγραμμα που θα καταστρέψει την οικονομία της και θα εξαφανίσει τη δημόσια περιουσία της για τα επόμενα πενήντα χρόνια». Τότε, νομίζω, κάτι δεν πάει καλά στο επίπεδο της ορθολογικότητας. Η ελληνική κυβέρνηση υλοποιεί ένα πρόγραμμα ολοκληρωτικής καταστροφής της χώρας, ψάχνοντας για ισοδύναμα (!), όταν η μόνη λογική στάση θα ήταν --λόγω της ισχύος της απόφανσης-- η πλήρης, μετωπική και ανεπιφύλακτη εναντίωση.
Αν αυτό που συμβαίνει είναι τέτοιας έκτασης καταστροφή για τα πενήντα επόμενα χρόνια τουλάχιστον, τότε η «εκπλήρωση των συμφωνηθέντων» είναι, όχι από πολιτική ή ιδεολογική, αλλά από λογική άποψη τερατώδης επιλογή. Και κανενός είδους «διαλεκτική λογική», δεν μπορεί να εξηγήσει τα, από τυπική λογική άποψη, απολύτως ανεξήγητα.
Καμιά ήττα δεν μπορεί να αιτιολογήσει την πρωταγωνιστικά ενεργητική συμμετοχή σου σε μια τέτοιου μεγέθους κοινωνική και πολιτική καταστροφή. Κι αυτό θα ήταν έτσι ακόμη κι αν υπήρχαν παράλληλα «προγράμματα» -- που δεν βλέπω να υπάρχουν. Θα ήταν έτσι, μάλιστα, ακόμη κι αν αποδεχτούμε πως στις 12 Ιουλίου ή τις επόμενες μέρες δεν ήταν δυνατό τίποτε άλλο εκτός από αυτό που έγινε.
Έχω υποστηρίξει --και όχι μόνο εγώ βέβαια-- ήδη πριν από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, πως θα μπορούσε να ασκηθεί μια εντελώς διαφορετική πολιτική από αυτήν που είδαμε να εκτυλίσσεται. Μετά την 20ή Φεβρουαρίου φαινόταν πως η τότε «συμφωνία» μας οδηγούσε σε Μνημόνιο. Φαινόταν ακόμη πως, καθώς ο χρόνος κυλάει σε βάρος μας, ήδη από τον Μάρτιο, η κυβέρνηση έπρεπε να πει την αλήθεια στον ελληνικό λαό και να του απευθυνθεί, εκθέτοντας τους κινδύνους και τις ευκαιρίες, ζητώντας του τη νομιμοποίηση να προχωρήσει σε σύγκρουση με τις καταστροφικές προτάσεις των «εταίρων».
Και μια τέτοια άποψη στηριζόταν στην εκτίμηση για την καταστροφή που επέρχονταν αν δεν τελειώναμε με τα Μνημόνια και μαζί στην κοινά αποφασισμένη θέση του ΣΥΡΙΖΑ πως είχαμε όπλα στα χέρια μας, πράγμα που έκανε πιθανή μια θετική έκβαση αυτής της σύγκρουσης.
Η κατάληξη της υπαρκτής διαπραγμάτευσης ήταν η χειρότερη δυνατή.
Κι αυτό έθεσε σε κίνηση μια μηχανή εσωτερικής αυτοκριτικής από κυβερνητικά στελέχη, σύμφωνα με την οποία «δεν τα είχαμε υπολογίσει σωστά τα πράγματα» και ήμασταν εξαιρετικά βολονταριστές και αιθεροβάμονες. Βέβαια, αυτή η «αυτοκριτική» είναι λίγο σόλοικη στο μέτρο που, μεταφέροντας τη συζήτηση στο παρελθόν της φαντασίωσης υπεκφεύγει το πολύμηνο παρόν της διαπραγμάτευσης -- στην οποία, ως γνωστόν, «έγιναν λάθη», αλλά δεν οφειλόταν σε αυτά η καταστροφική έκβαση.
Διαφωνώ κάθετα, που λέγανε παραδοσιακά και οι αγαπητοί πασόκοι. Επανέρχομαι, και λέω πως είχαμε όπλα, τα περιγράφαμε στις αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ και δεν αξιοποιήσαμε κανένα τους.
Σε κάτι τέτοιο, πέραν ημών των «αριστεριστών» φαίνεται να συμφωνεί (πέραν των μετριοπαθέστατων νεοκεϋνσιανών τύπου Στίγκλιτς, Κρούγκμαν, Μινχάου και άλλων, ων ουκ έστιν αριθμός) και ο Γάλλος --και φίλος, επομένως, βάσει της πρόσφατης κυβερνητικής αφήγησης-- επίτροπος της Κομισιόν Πιερ Μοσκοβισί. Ο οποίος, στο περίφημο πια ντοκυμαντέρ του ARTE, τι μας είπε, μεταξύ άλλων; Λίγο πολύ, ότι το Grexit ήταν μια κίνηση τακτικής για να τρομάξει η κυβέρνηση και ότι ο ίδιος ποτέ δεν πίστεψε σε ένα τέτοιο σενάριο. Να τα ακριβή του λόγια: «Πάντα πίστευα ότι στο τέλος θα υπήρχε μια συμφωνία. Απλώς δεν ήξερα σε ποια βάση θα γινόταν αυτό. Θα νικούσαν οι Έλληνες, καθώς οι υπόλοιποι θα λύγιζαν υπό την ιδέα του Grexit ή θα υποχωρούσε η ίδια η Ελλάδα γιατί θα κόστιζε πολύ η έξοδός της; Νομίζω ότι ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν το ήθελε ούτε αυτός. Πιστεύω ότι υπολόγιζε το κόστος της αποχώρησης. Θεωρώ πως οι απειλές περί Grexit έγιναν με στόχο να υποχωρήσει ο Τσίπρας. Δεν ήταν παρά ένα εργαλείο τακτικής».
Παρόμοια λέει και ο ίδιος ο Ολάντ· παραθέτω από το ρεπορτάζ της Αυγής: «Στην ομιλία του στην ελληνική Βουλή, ο Φρ. Ολάντ υποστήριξε ότι τον περασμένο Ιούλιο η Ελλάδα ορθώς δεν βγήκε από την ευρωζώνη, διότι, αν έβγαινε, "θα ακολουθούσαν κι άλλες χώρες". Με άλλα λόγια, η αποχώρησή της θα ήταν διαλυτική για την Ευρώπη».
Οδηγούν αυτά, άραγε, στο συμπέρασμα πως δεν είχαμε άλλες δυνατότητες;
Αν έχουμε μια προϊούσα και πρωτοφανή ιστορικά καταστροφή δεν μπορεί παρά να αντισταθούμε. Να απορρίψουμε το «πρόγραμμα» και να πάρουμε όλα τα ρίσκα που επιβάλλεται. Να ξαναπιάσουμε το νήμα εκεί που αφέθηκε μερικούς μήνες πριν. Να βοηθήσουμε να πετύχουν όλες οι πράξεις αντίστασης σε αυτή την πολιτική, όλες οι απεργίες, όλες οι ενέργειες ανυπακοής.
Και να το κάνουμε αμέσως.
Κάθε μέρα που περνάει εγκαθιστά την απελπισία και την έλλειψη πραγματικής εναλλακτικής ως κανονικότητα της ζωής μας. Αν δεν αντιδράσουμε μαζικά, σε λίγο δεν θα μιλάμε καν για κρίση, όπως κάνουν ήδη εδώ και καιρό στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία (βλ. Δημήτρης Χριστόπουλος,» Κοιτώντας τους εκατό νεκρούς της Άγκυρας από την Ελλάδα», Εφημερίδα των Συντακτών, 26.10.2015). Πώς να μιλάς για «κρίση», άλλωστε, όταν αυτή έχει παγιωθεί, η κατάσταση είναι τόσο κανονικά μόνιμη και μοιάζει ανυπέρβλητη;
Κάθε μέρα που περνάει εξαφανίζει ακόμη και τις τόσο μειωμένες προσδοκίες που έχουν απομείνει. Γι' αυτό πρέπει να αντιδράσουμε· να αντισταθούμε. Δεν πρόκειται, όπως πολλές φορές στο παρελθόν, για στερεότυπη επανάληψη και προτροπή· είναι κάτι πολύ πιο ριζικό, ζωτικό και όρος για τη συνέχιση της πολιτικής δράσης και ύπαρξης της Αριστεράς.

Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος και δουλεύει ως εκπαιδευτικός.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου