Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015


Διατηρώντας τον ίδιο τίτλο από το 2010, «Η επανένωση της Κύπρου αποδεικνύεται απατηλή», κυκλοφόρησε η επικαιροποιημένη έκθεση για την Κύπρο, της Ερευνητικής Υπηρεσίας του Κογκρέσου, που υπογράφει ο Βίνσεντ Μορέλι. Η έκθεση καλύπτει τις εξελίξεις από το 2008 μέχρι σήμερα και συμπεριλαμβάνει τις εκτιμήσεις του συντάκτη της, μετά την εκλογή του νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη, Μουσταφά Ακιντζί, που παραμένουν απαισιόδοξες, με τον κ. Μορέλι να επισημαίνει τις ομοιότητες που υπάρχουν με την περίοδο που ηγέτης των Τουρκοκυπρίων ήταν ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ.
«Ενώ το πολιτικό περιβάλλον και στις δύο πλευρές του νησιού, αμέσως μετά την εκλογή του (Ακιντζί) απέκτησε θετικό άνεμο, με τα συγχαρητήρια και τις προβλέψεις ότι οι διαπραγματεύσεις θα επαναληφθούν σύντομα, η σκηνή θυμίζει σε παρατηρητές του Κυπριακού την εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια το 2008 και τη σχεδόν μεθυστική ατμόσφαιρα που δημιουργήθηκε για μια πιθανή γρήγορη λύση στη διαίρεση του νησιού».
Ο συντάκτης της έκθεσης, παραθέτοντας τις ομοιότητες με το 2008, γράφει ότι ο Ακιντζί, όπως κι ο Ταλάτ, δήλωσε ότι ο ίδιος και ο Αναστασιάδης ανήκουν στην ίδια γενιάς και θα μπορούσαν ενδεχομένως να συσχετιστούν μεταξύ τους πιο εύκολα και να κατανοήσουν καλύτερα τα μέτρα που οι δύο πλευρές θα πρέπει να λάβουν για την επίτευξη λύσης.
«Ο Ακιντζί έχει μιλήσει για την επανάληψη των διαπραγματεύσεων το συντομότερο δυνατό και ήγειρε την ιδέα της ανάγκης για ορισμένα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, παρόμοια μ’ αυτά που είχε προτείνει ο κ. Αναστασιάδης, συμπεριλαμβανομένης μιας συμφωνίας Βαρωσίων / Αμμοχώστου, την οποία ο Έρογλου απέρριψε. Η ατμόσφαιρα μεταξύ των δύο ηγετών θα πρέπει να είναι βελτιωμένη σε σύγκριση με τη σχέση Αναστασιάδη / Έρογλου, αλλά, όπως συνέβη μεταξύ Χριστόφια και Ταλάτ, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν γρήγορα», γράφει ο κ. Μορέλι, υπενθυμίζοντας πως παρά την γρήγορη επανεκκίνησή τους, σύντομα και οι συνομιλίες Χριστόφια – Ταλάτ κόλλησαν.
Δύο ζητήματα που τον κάνουν επιφυλακτικό, σχετίζονται το πρώτο με τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στην Κυπριακή Δημοκρατία και το δεύτερο με τη σχέση Ακιντζί – Ερντογάν.
Ο κ. Μορέλι υπενθυμίζει ότι οι καλές σχέσεις Χριστόφια – Ταλάτ ήγειραν υποψίες στην αντιπολίτευση ότι έχει προβεί σε πολλές παραχωρήσεις για να πετύχει τη συμφωνία. Παρομοίως υπενθυμίζει την αποχώρηση του ΔΗΚΟ από την κυβέρνηση Αναστασιάδη, μετά την Κοινή Διακήρυξη της 11ης Φεβρουαρίου, «θεωρώντας ότι υπήρξαν παραχωρήσεις στο λεκτικό που συμφώνησε ο κ. Αναστασιάδης, το οποίο θα μπορούσε να προμηνύει προβλήματα για τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις».
Για τον κ. Ακιντζί υποστηρίζει ότι δεν αποτελούσε την προτιμώμενη επιλογή της Άγκυρας, «η οποία θα ήταν πιο άνετη με άλλα πέντε χρόνια Έρογλου». Μάλιστα παραθέτει τις δηλώσεις που αντάλλαξαν δημόσια Ακιντζί και Ερντογάν, με τον πρώτο να μιλά για αλλαγή των σχέσεων Τουρκίας και Τουρκοκυπρίων σε «αδελφικές», αντί της μητέρας πατρίδας με το παιδί της. Παραθέτει και την δήλωση Ερντογάν που είπε ότι ο νέος Τ/κ ηγέτης παρέμεινε πολύ καιρό μακράν της ενεργούς πολιτικής.
Θεωρώντας ότι η ομάδα των συνεργατών του Ακιντζί είναι άπειρη κι αποτελούμενη από νέους που δεν γνωρίζουν καλά τις λεπτομέρειες του Κυπριακού, ο συντάκτης της έκθεσης θεωρεί ότι ίσως ο Πρόεδρος Αναστασιάδης επιχειρήσει να πετύχει μία εύκολη νίκη στις διαπραγματεύσεις.
«Αν, γράφει παραθέτοντας σχετικό άρθρο της «Χουριέτ», στις συνομιλίες του Κυπριακού μεταξύ των αρχαρίων της ομάδας του Ακιντζί και των αρπακτικών της ομάδας Αναστασιάδη, φτάσουν σε μία συμφωνία η οποία θα ευνοούσε κάπως τις απαιτήσεις των Ελληνοκυπρίων, ο Ακιντζί θα διακινδύνευε επικίνδυνα θεμελιώδη αιτήματα των Τουρκοκυπρίων, αναγκάζοντας την όλη διαδικασία να εκτροχιαστεί, καθιστώντας δύσκολη την αναβίωσή της με εξαιρετική προσπάθεια»
Έτσι, παρά τα συγχαρητήρια της Τουρκίας, ο κ. Μορέλι θεωρεί ότι ο κ. Ακιντζί στους πρώτους γύρους των συνομιλιών πρέπει να «περπατά ελαφρά», από φόβο μήπως προκαλέσει την οργή της επιφυλακτικής Τουρκίας.
Αναλύοντας περαιτέρω τους προβληματισμούς που υπάρχουν και στις δύο κοινότητες, ο κ. Μορέλι γράφει ότι η ανησυχία για κάποιους στην ελληνοκυπριακή πολιτική ηγεσία είναι πως κάθε πιθανός διακανονισμός που θα επιτευχθεί μεταξύ Αναστασιάδη και Ακιντζί θα κατοχυρώνει αναπόφευκτα την έννοια των «δύο κρατών», με την εξουσία πάνω από το βόρειο τμήμα του νησιού να περιορίζεται για πάντα σ’ αυτό που αφήνουν οι αδύναμες εξουσίες της ομοσπονδιακής κυβερνητικής δομής.
«Από την άλλη, κάποιοι στο νησί πιστεύουν πως δεδομένου ότι η έλλειψη οριστικής διευθέτησης δεν θα επηρεάσει τα οφέλη που απολαμβάνουν τα μέλη της ελληνοκυπριακής κοινότητας που είναι ήδη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχει μικρό κίνητρο για τους ηγέτες της να εγκαταλείψουν στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης τμήματα των σημερινών τους εξουσιών στη διακυβέρνηση».
Την ίδια στιγμή γράφει ότι αυτοί που διατηρούν στενότερους δεσμούς με την Αγκυρα, κυρίως μεταξύ των εποίκων, δεν επιθυμούν να τους κυβερνούν καθ’ οιοδήποτε τρόπο οι Ελληνοκύπριοι «και δεν θα παράσχουν στον Ακιντζί μεγάλη υποστήριξη, αν αισθανθούν ότι κάνει πάρα πολλές παραχωρήσεις προς τον Αναστασιάδη».
Πάντως, όπως και οι προηγούμενες εκθέσεις του συγκεκριμένου αναλυτή της Ερευνητικής Υπηρεσίας του Κογκρέσου, έτσι κι η τελευταία είναι εμφανώς επηρεασμένη από τη Διεθνή Ομάδα Κρίσεων (International Crisis Group), επαναλαμβάνοντας τις εκτιμήσεις της ότι η νεότερη γενιά στις δύο κοινότητες δεν επιθυμεί να αντιμετωπίσει τα πιθανά προβλήματα από μία διευθέτηση. Παρομοίως επαναλαμβάνει και τις δηλώσεις του Τζακ Στρο περί δύο κρατών.
Αναλύοντας το ρόλο της Ε.Ε. στο Κυπριακό, ο Βίνσεντ Μορέλλι γράφει πως η απουσία αμοιβαίως αποδεκτής λύσης έχει τελματώσει την πλήρη ενσωμάτωση της τουρκοκυπριακής κοινότητας στην ΕΕ, προκαλώντας τα παράπονά της για διεθνή πολιτική και οικονομική απομόνωση. Παράλληλα αναφέρεται στα προβλήματα που η απουσία λύσης γείρει στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, αλλά και τους κινδύνους από μία μόνιμη διαίρεση της νήσου, λόγω και πιθανής αύξησης των εντάσεων με την Τουρκία, ιδίως για τα κοιτάσματα των υδρογονανθράκων.
«Παρά τα ζητήματα αυτά για την Ε.Ε., οι Βρυξέλλες εμφανίζονται πολύ λίγο έτοιμες να αναβαθμίσουν το ρόλο τους, σε μια προσπάθεια ένωσης αυτού του μοιρασμένου μέλος της Ε.Ε.».
Καταλήγοντας, η έκθεση γράφει πως παρά τη μακρά περίοδο στασιμότητας και την αναστολή των διαπραγματεύσεων μεταξύ Αναστασιάδη και Έρογλου, πολλοί παρατηρητές πιστεύουν ότι η εκλογή του Ακιντζί στο βορρά και ο θετικός χαρακτήρα των πρώτων σχολίων που έγιναν από τους κ. Αναστασιάδη και Ακιντζί αναφορικά με μια πιθανή λύση, θα επιτρέψει πράγματι στις διαπραγματεύσεις ν’ αρχίσουν εκ νέου με μια ανανεωμένη αίσθηση ελπίδας ότι μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία.
«Ωστόσο, οι συμβιβασμοί και παραχωρήσεις που κάθε πλευρά θα πρέπει ακόμη να καταβάλει προκειμένου να επιτευχθεί μια τελική λύση, αυτή τη στιγμή, δεν φαίνονται πιο κοντά στο να επιτευχθούν κι έτσι η απατηλή τελική διευθέτηση ακόμη να αποδειχθεί ότι θα είναι ευκολότερη».
Η έκθεση είναι αρκετά λεπτομερής ως προς τα όσα έχουν διαμειφθεί στο Κυπριακό από το 2008 μέχρι σήμερα. Είναι αξιοπερίεργο ότι αν και απευθύνεται κυρίως στα μέλη του Κογκρέσου και τους συνεργάτες τους, οι αναφορές στο ρόλο των ΗΠΑ είναι ελάχιστες.
Γράφει πως το αμερικανικό Κογκρέσο έχει διατηρήσει επί μακρό το ενδιαφέρον στην επίλυση του Κυπριακού.
«Η έλλειψη διευθέτησης μέσω διαπραγματεύσεων εξακολουθεί να επηρεάζει τις σχέσεις μεταξύ της Τουρκίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Τουρκίας και Ελλάδας, και ΕΕ και ΝΑΤΟ. Η κατάσταση απαιτεί επίσης προσοχή λόγω του ενδιαφέροντος των ΗΠΑ σε μια ισχυρή σχέση με την Τουρκία και την προοπτική ότι η Ανατολική Μεσόγειος θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και στην προσφορά ενέργειας».
Αναφέρεται επίσης στις διάφορα ψηφίσματα που έχουν προωθηθεί στο Κογκρέσο και στις επιστολές μελών του προς το Λευκό Οίκο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.
Δεν μνημονεύει ωστόσο το σημαντικότερο, ότι βάση νόμου των ΗΠΑ ο Πρόεδρος της χώρας υποχρεούται κάθε δύο μήνες να στέλνει έκθεση στους Προέδρους των Επιτροπών Εξωτερικών της Βουλής και της Γερουσίας για την πρόοδο στο Κυπριακό.
Το άλλο σημείο για την αμερικανική εμπλοκή, αφορά στην επίτευξη συμφωνίας πάνω στο κείμενο της Κοινής Διακήρυξης της 11ης Φεβρουαρίου 2014, την οποία αποκαλεί «σημαντική παρέμβαση». Ωστόσο δεν περιέχει οτιδήποτε για την ιστορική επίσκεψη στην Κύπρο του Αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν και τις αναφορές του στην αναβάθμιση της στρατηγικής σχέσης Κύπρου – ΗΠΑ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου