Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

<<Εγκλωβισμένοι στη φτώχεια 240.000 συνάνθρωποί μας>>

Εξαιρετικά ανησυχητικά για την κυπριακή κοινωνία απλώνεται το δίχτυ της φτώχειας, καλύπτοντας ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά, στα μνημονιακά χρόνια. Το μέγεθος του κινδύνου της φτώχειας που αντιμετωπίζουν συνάνθρωποι μας βρίσκεται μια ανάσα από το 28% και υπό τις παρούσες δυσχερείς οικονομικές συνθήκες είναι χειροπιαστός ο κίνδυνος της περαιτέρω επιδείνωσης.

Συγκεκριμένα, το ποσοστό του πληθυσμού που αντιμετωπίζει τον κίνδυνο της φτώχειας ανήλθε στο 27,8%, που ισοδυναμεί με 240.000 άτομα το 2013, σε σύγκριση με 27,1% και 234.000 άτομα το 2012. Η εξέλιξη αυτή απομακρύνει περισσότερο τη χώρα μας από τον εθνικό στόχο για μείωση του κινδύνου στο 19,3%.
Ανατρέχοντας πίσω διαπιστώνεται η δραματική αλλαγή που σηματοδοτεί την επιδείνωση του δείκτη της φτώχειας. Το 2010 το ποσοστό του πληθυσμού που ήταν αντιμέτωπο με το φάσμα της φτώχειας ήταν 24,6% και ισοδυναμούσε με 202.000 άτομα, παραμένοντας στο ίδιο ποσοστό και το 2011 με 207.000 άτομα να είναι ευάλωτα στη φτώχεια.

Η εξέλιξη του δείκτη της φτώχειας και άλλων, εξίσου σημαντικών κοινωνικών δεικτών, αποτυπώνεται στο Εθνικό Μεταρρυθμιστικό Πρόγραμμα, που επεξεργάστηκε η Προεδρία-Μονάδα Διοικητικής Μεταρρύθμισης και κατέθεσε ο υφυπουργός παρά τω Προέδρω, Κωνσταντίνος Πετρίδης, περί τα τέλη Απριλίου στην Κομισιόν.  Στο πρόγραμμα αποτυπώνεται η πρόοδος στην επίτευξη των εθνικών ποσοτικών στόχων που τέθηκαν στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

Καθώς ο κίνδυνος φτώχειας εξαπλώνεται σε μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, παράλληλα διαπιστώνεται η συρρίκνωση της κατά κεφαλή δαπάνης για κοινωνική προστασία στην Κύπρο.

Το 2012 η δαπάνη ανερχόταν στις €4.731, σε σύγκριση με €4.783 το 2011, σύμφωνα με την Έρευνα Κοινωνικής Προστασίας που διενήργησε η Στατιστική Υπηρεσία. Ποσό κατά πολύ χαμηλότερο του μέσου όρου για τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ανερχόταν σε €7.604.
Όπως παρατηρείται, οι διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών είναι ακόμη τεράστιες όσον αφορά την κοινωνική προστασία. Υπόδειγμα στη στήριξη των ευάλωτων ομάδων πληθυσμού, με την υψηλότερη κατά κεφαλή δαπάνη για κοινωνική προστασία, είναι το Λουξεμβούργο, που κατείχε την πρώτη θέση με €18.862 ετησίως, ενώ αντίθετα, στη Βουλγαρία είναι €952 και βρίσκεται στην τελευταία θέση (Στατιστική Υπηρεσία).

Ειδικότερα, στο σημείωμα για στο Εθνικό Μεταρρυθμιστικό Πρόγραμμα, που υποβλήθηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο, περιλαμβάνεται και η πορεία του δείκτη της απασχόλησης.

Παρά την οικονομική κρίση, το ποσοστό απασχόλησης παρουσίασε μικρή αύξηση το 2014 φτάνοντας στο 67,6% από  67,2%το 2013. Παρά τη βελτίωση παρουσιάζεται σημαντική απόκλιση από τον εθνικό στόχο που ορίζεται στο 75-77%, αποτέλεσμα της υποτονικής ανάπτυξης.

Όσον αφορά το μορφωτικό επίπεδο των Κυπρίων, το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 30-34 ετών που έχει ολοκληρώσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση αυξήθηκε το 2014 στο 51,1% από 47,8% το 2013 και εξακολουθεί να υπερσκελίζει τον στόχο του 46%.

Η εξέλιξη αυτή μπορεί να τύχει δύο αναγνώσεων. Αφενός είναι θετικό το γεγονός ότι βελτιώνεται το μορφωτικό επίπεδο των νέων, πλην όμως, με την ανεργία στο υψηλό 16% το πρόβλημα δεν έχει να κάνει με την ποιότητα του εργατικού δυναμικού, αλλά με τον μικρό αριθμό θέσεων εργασίας που παράγει η κυπριακή οικονομία.

Αναντίλεκτα, στα θετικά καταγράφεται η μείωση του προβλήματος της εγκατάλειψης του σχολείου. Το ποσοστό των μαθητών που εγκαταλείπει πρόωρα την εκπαίδευση μειώθηκε περαιτέρω στο 7,9% το 2014 από 9,1% το 2013, ικανοποιώντας έτσι τον στόχο του 10%.

Βελτίωση παρουσιάζει επίσης, το ποσοστό του ΑΕΠ της Κύπρου που επενδύεταιστον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης, που αυξήθηκε σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις το 2013 σε 0,48%, σε σύγκριση με 0,43% το 2012, πλησιάζοντας τον στόχο του 0,5%.  Επίσης όσον αφορά την ανάπτυξη και τη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η χώρα μας υπερκάλυψε τον ενδιάμεσο στόχο του 7,45% για την περίοδο 2015-2016, δεδομένου ότι το μερίδιο των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας ανήλθε ήδη το 2013 στο 8,7% (από 7,7% το 2012).

Όπως αναφέρεται στο σημείωμα, η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης στην προβλεπόμενη πρωτογενή κατανάλωση το 2013 έφτασε στο 7%, ποσοστό υψηλότερο από το 1,6% που ήταν στόχος για το 2013.

«Ψαλίδισμα» κοινωνικών παροχών και φτώχεια

Η μεγέθυνση του κινδύνου της φτώχειας σε περίοδο κρίσης, σε ένα βαθμό οφείλεται και στη συρρίκνωση της κρατικής κοινωνικής πολιτικής, που μεταφράζεται με τη μείωση των παροχών.

Στη Δημοσιονομική Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου, για το 2014, αποτυπώνεται η μείωση των παροχών ως εξής:
 
● δημόσια βοηθήματα: το 2014 η δαπάνη ανήλθε στα €173 εκατ. σε σύγκριση με €168 εκατ. το 2013

● επίδομα τέκνου: στα €119 εκατ. ενώ το 2013 ήταν €123 εκατ.
● χορηγία σε συνταξιούχους με χαμηλά εισοδήματα: στα €75 εκατ. ενώ το 2013 ήταν €79 εκατ.

● κοινωνική σύνταξη: δαπανήθηκαν €67 εκατ. σε σύγκριση με €66 εκατ. το 2013

● φοιτητική χορηγία: δαπανήθηκαν €49 εκατ. σε σύγκριση με €57 εκατ. το 2013
Έμφαση στην καινοτομία για μακροχρόνια ανάπτυξη

Σε παρέμβασή του ο Μάριος Χρίστου, οικονομολόγος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, σχολιάζοντας την πορεία των βασικών κοινωνικών δεικτών σε συνάρτηση με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για την ανάκαμψη της οικονομίας, που μετατίθεται για το 2016, αφού υπέδειξε πως «αν διαβάσουμε πίσω από τους αριθμούς, εξάγονται σημαντικές διαπιστώσεις για τις προοπτικές της», εξήγησε πως «η διατήρηση της απασχόλησης σε χαμηλό επίπεδο, πολύ πιο κάτω από τον στόχο σε συνάρτηση με την αύξηση των πολιτών οι οποίοι αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας, αποδεικνύει τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας για δημιουργία εργασίας και την απορρόφηση εργατικού δυναμικού».

Τα στοιχεία, ανέφερε ο κ. Χρίστου, καταγράφουν αύξηση των ατόμων που ολοκλήρωσαν σπουδές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με το ύψος του ποσοστού να διαμορφώνεται σε υψηλότερο του στόχου, διαπιστώνεται αύξηση του επιστημονικού εργατικού δυναμικού και μείωση του ανειδίκευτου ή της χαμηλής εξειδίκευσης και συνάμα ασκούνται πιέσεις για δημιουργία αντίστοιχων θέσεων σε τομείς εξειδίκευσης και επιστημονικής κατάρτισης».

Με αυτά τα δεδομένα, πρόσθεσε ο πανεπιστημιακός, «είναι μέγα λάθος να επιμένει η οικονομία να βασίζει την ανάκαμψή της σε «παραδοσιακούς» τομείς, όπως τις κατασκευές, όπου το μεγαλύτερο ποσοστό του εργατικού δυναμικού είναι χαμηλής κατάρτισης».

Καταλήγοντας, υπέδειξε ότι «για μακροχρόνια ανάκαμψη απαιτούνται διαρθρωτικές αλλαγές, με στροφή σε καινοτόμες επιχειρήσεις και η ανάγκη αυτή φαίνεται και από τις δαπάνες σε έρευνα και ανάπτυξη, που παραμένουν πολύ πιο κάτω από τον σχετικό στόχο της ΕΕ».    

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου